Κλίμακα Σχέσεων Συν-γονεϊκότητας [CRS-35]

Περιγραφή της Κλίμακας

Η Κλίμακα Σχέσεων Συν-γονεϊκότητας (Coparenting Relationship Scale – CRS) αποτελεί ένα πολυδιάστατο εργαλείο αυτοαναφοράς που αναπτύχθηκε από τους Feinberg, Brown και Kan (2012) για την αξιολόγηση της ποιότητας της συνεργασίας μεταξύ δύο γονέων κατά την ανατροφή του παιδιού τους. Η κλίμακα βασίζεται στο θεωρητικό μοντέλο της συν-γονεϊκότητας του Feinberg και εξετάζει όχι απλώς τη γενικότερη ποιότητα της σχέσης του ζευγαριού, αλλά ειδικότερα τον τρόπο με τον οποίο οι γονείς λειτουργούν ως συνεργαζόμενο γονεϊκό σύστημα.

Η πλήρης μορφή της CRS περιλαμβάνει 35 ερωτήσεις και αποτυπώνει τόσο θετικές όσο και δυσλειτουργικές πτυχές της συν-γονεϊκής σχέσης. Στο αρχείο της ελληνικής εκδοχής οι συμμετέχοντες καλούνται να αξιολογήσουν, μεταξύ άλλων, τον βαθμό στον οποίο θεωρούν τον σύντροφό τους καλό γονέα, εάν υπάρχει κοινή κατεύθυνση στην ανατροφή του παιδιού και κατά πόσο ο ένας γονέας ζητά και λαμβάνει υπόψη τη γνώμη του άλλου.

Σκοπός

Βασικός σκοπός της κλίμακας είναι η συστηματική αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο οι γονείς συντονίζονται, συνεργάζονται, αλληλοϋποστηρίζονται ή συγκρούονται στον κοινό τους γονεϊκό ρόλο.

Η συν-γονεϊκότητα αποτελεί διαφορετική έννοια από τη συζυγική ή συντροφική ικανοποίηση. Εστιάζει κυρίως στη σχέση των δύο ενηλίκων ως γονέων του ίδιου παιδιού, δηλαδή στο κατά πόσο λειτουργούν με κοινές αντιλήψεις, αμοιβαίο σεβασμό και αποτελεσματικό καταμερισμό των γονεϊκών ευθυνών. Το θεωρητικό μοντέλο στο οποίο βασίζεται η CRS περιλαμβάνει βασικούς τομείς όπως η συμφωνία στην ανατροφή του παιδιού, η υποστήριξη ή υπονόμευση του άλλου γονέα, ο καταμερισμός της εργασίας και η κοινή διαχείριση της οικογενειακής δυναμικής.

Διαστάσεις της Συν-γονεϊκότητας

Η CRS έχει σχεδιαστεί ως πολυδιάστατο εργαλείο και στην αρχική της ανάπτυξη οργανώθηκε σε επτά επιμέρους διαστάσεις που αποτυπώνουν διαφορετικά στοιχεία της συν-γονεϊκής λειτουργίας.

Οι βασικές διαστάσεις αφορούν τη συμφωνία στη γονεϊκή διαπαιδαγώγηση, δηλαδή τον βαθμό στον οποίο οι γονείς έχουν παρόμοιες αντιλήψεις για τις ανάγκες, τους κανόνες και την ανατροφή του παιδιού, καθώς και την υποστήριξη του γονεϊκού ρόλου, η οποία περιλαμβάνει αναγνώριση, ενθάρρυνση και επιβεβαίωση της γονεϊκής επάρκειας του άλλου.

Αξιολογείται επίσης η υπονόμευση, δηλαδή συμπεριφορές που αποδυναμώνουν το κύρος, τις αποφάσεις ή την αυτοπεποίθηση του άλλου γονέα. Στην ελληνική μορφή, για παράδειγμα, περιλαμβάνονται δηλώσεις σχετικά με σαρκαστικά σχόλια για τον τρόπο άσκησης του γονεϊκού ρόλου, δυσπιστία απέναντι στις γονεϊκές ικανότητες και άμεση υπονόμευση της γονικής μέριμνας.
Παράλληλα διερευνώνται ο καταμερισμός της γονεϊκής εργασίας, η εγγύτητα που δημιουργείται μέσα από τη συν-γονεϊκότητα, η κοινή αποδοχή και αναγνώριση του άλλου γονέα και η έκθεση του παιδιού σε γονεϊκές συγκρούσεις.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η τελευταία διάσταση, καθώς η κλίμακα εξετάζει πόσο συχνά οι γονείς εκδηλώνουν εντάσεις, διαφωνίες ή συγκρούσεις όταν το παιδί είναι παρόν. Στο συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο οι σχετικές ερωτήσεις αφορούν, μεταξύ άλλων, σαρκαστικές ανταλλαγές, διαφωνίες για το παιδί ή τη σχέση του ζευγαριού και χρήση πληγωτικών εκφράσεων μπροστά στο παιδί.

Μορφή Απαντήσεων

Για το μεγαλύτερο μέρος της κλίμακας χρησιμοποιείται επταβάθμια κλίμακα τύπου Likert από 0 έως 6. Στην ελληνική μορφή, το 0 αντιστοιχεί στο «Δεν ισχύει για εμάς», ενώ το 6 στο «Ισχύει απόλυτα για εμάς».

Οι τελευταίες ερωτήσεις διαφοροποιούνται ως προς τη διατύπωση και επικεντρώνονται στη συχνότητα συγκεκριμένων συμπεριφορών όταν οι δύο γονείς και το παιδί βρίσκονται μαζί. Σε αυτές η κλίμακα κυμαίνεται επίσης από 0 έως 6, με το 0 να αντιστοιχεί στο «Ποτέ» και το 6 στο «Συνέχεια».

Βαθμολόγηση

Η βαθμολόγηση της CRS πραγματοποιείται με βάση τις απαντήσεις των συμμετεχόντων στις επιμέρους δηλώσεις. Ορισμένες ερωτήσεις έχουν αντίστροφη κατεύθυνση βαθμολόγησης (reverse scoring), καθώς περιγράφουν αρνητικές ή δυσλειτουργικές πτυχές της συν-γονεϊκής σχέσης.

Στο διαθέσιμο ελληνικό αρχείο τέτοιες δηλώσεις αφορούν, για παράδειγμα, την αποφυγή γονεϊκών ευθυνών, τις διαφορετικές αντιλήψεις για την ανατροφή του παιδιού, τον άνισο καταμερισμό των υποχρεώσεων και την απομάκρυνση των γονέων λόγω του άγχους της γονεϊκότητας.
Μετά την κατάλληλη αντιστροφή των σχετικών ερωτήσεων μπορούν να υπολογιστούν βαθμολογίες για τις επιμέρους υποκλίμακες και, ανάλογα με το ερευνητικό πρωτόκολλο, ένας συνολικότερος δείκτης ποιότητας της συν-γονεϊκής σχέσης. Οι υψηλότερες βαθμολογίες στις θετικά προσανατολισμένες διαστάσεις υποδηλώνουν γενικά μεγαλύτερη συνεργασία, συμφωνία, αμοιβαία υποστήριξη και αποτελεσματικότερη συν-γονεϊκή λειτουργία.

Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων είναι προτιμότερο να πραγματοποιείται βάσει των επιμέρους διαστάσεων και των ψυχομετρικών χαρακτηριστικών του εκάστοτε δείγματος και όχι μέσω αυθαίρετων ορίων τύπου «χαμηλή–μέτρια–υψηλή» συν-γονεϊκότητα.

Ψυχομετρικά Χαρακτηριστικά

Η αρχική ανάπτυξη της CRS έδειξε ότι πρόκειται για ένα πολυδιάστατο εργαλείο με ικανοποιητικές ενδείξεις αξιοπιστίας, σταθερότητας και εγκυρότητας, γεγονός που υποστηρίζει τη χρήση του στην έρευνα της οικογενειακής λειτουργίας και της γονεϊκότητας.

Μεταγενέστερες έρευνες και διαπολιτισμικές προσαρμογές έχουν εξετάσει τη δομή της κλίμακας σε διαφορετικούς πληθυσμούς. Πρόσφατη ψυχομετρική μελέτη σε γονείς από τον Ισημερινό υποστήριξε επίσης την αξιοπιστία και εγκυρότητα της CRS, ενώ έχουν δημοσιευθεί προσαρμογές και σε άλλες γλώσσες και πολιτισμικά πλαίσια.

Κατά την εφαρμογή της σε ελληνικό πληθυσμό είναι σκόπιμο να εξετάζονται εκ νέου η εσωτερική συνοχή των υποκλιμάκων, η παραγοντική δομή και, όπου είναι εφικτό, η συγκλίνουσα και διακριτή εγκυρότητα.

Εφαρμογές

Η Κλίμακα Σχέσεων Συν-γονεϊκότητας μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε έρευνες που αφορούν τη λειτουργία της οικογένειας, τη μετάβαση στη γονεϊκότητα, την πατρική και μητρική εμπλοκή, την ποιότητα της σχέσης γονέα–παιδιού, το γονεϊκό στρες και την ψυχοκοινωνική προσαρμογή των παιδιών.

Μπορεί επίσης να αξιοποιηθεί για τη μελέτη οικογενειακών μεταβολών, όπως η απόκτηση πρώτου παιδιού, η αναδιοργάνωση των γονεϊκών ρόλων ή μεταβολές στην οικογενειακή κατάσταση.

Η χρήση της είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν στόχος της έρευνας είναι να διαχωριστεί η γενικότερη ποιότητα της σχέσης των ενηλίκων από τον ειδικότερο τρόπο με τον οποίο λειτουργούν ως γονεϊκή ομάδα.

Στατιστική Ανάλυση

Σε ερευνητικές εφαρμογές μπορούν να εξεταστούν οι μέσες τιμές και οι τυπικές αποκλίσεις των υποκλιμάκων, καθώς και η εσωτερική τους συνοχή μέσω συντελεστών όπως ο Cronbach’s α ή ο McDonald’s ω.

Για την αξιολόγηση της δομής της κλίμακας μπορούν να εφαρμοστούν επιβεβαιωτική παραγοντική ανάλυση (CFA) ή, σε πλαίσια προσαρμογής και διερεύνησης της δομής, διερευνητική παραγοντική ανάλυση. Επιπλέον, μπορούν να εξεταστούν συσχετίσεις με μεταβλητές όπως η γονεϊκή εμπλοκή, η οικογενειακή συνοχή, η ποιότητα της σχέσης γονέα–παιδιού, το γονεϊκό στρες και η ψυχολογική ευεξία.

Σε μελέτες σύγκρισης ομάδων μπορούν να χρησιμοποιηθούν παραμετρικές ή μη παραμετρικές μέθοδοι, ενώ σε πιο σύνθετα ερευνητικά μοντέλα η συν-γονεϊκότητα μπορεί να εξεταστεί ως ανεξάρτητη, εξαρτημένη, διαμεσολαβητική ή τροποποιητική μεταβλητή.

Συμπέρασμα

Η Coparenting Relationship Scale [CRS-35] αποτελεί ένα σύγχρονο και θεωρητικά τεκμηριωμένο εργαλείο για την πολυδιάστατη αξιολόγηση της συνεργασίας μεταξύ γονέων. Η ιδιαίτερη αξία της έγκειται στο ότι δεν περιορίζεται στην καταγραφή της γενικής ικανοποίησης από τη σχέση, αλλά εξετάζει συγκεκριμένους μηχανισμούς της κοινής γονεϊκής λειτουργίας, όπως τη συμφωνία, την αμοιβαία υποστήριξη, τον καταμερισμό ευθυνών, την υπονόμευση και τη διαχείριση των συγκρούσεων.

Η χρήση της μπορεί να προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα της συν-γονεϊκής δυναμικής και να συμβάλει ουσιαστικά στην έρευνα της οικογενειακής λειτουργίας, των γονεϊκών σχέσεων και της ανάπτυξης του παιδιού.

Βιβλιογραφία

Feinberg, M. E. (2003). The internal structure and ecological context of coparenting: A framework for research and intervention. Parenting: Science and Practice, 3(2), 95–131.

Feinberg, M. E., Brown, L. D., & Kan, M. L. (2012). A multi-domain self-report measure of coparenting. Parenting: Science and Practice, 12(1), 1–21. https://doi.org/10.1080/15295192.2012.638870

Paredes, V., et al. (2025). Psychometric properties of the Coparenting Relationship Scale in Ecuadorian parents. European Journal of Investigation in Health, Psychology and Education, 15(7), 117.

Więsyk, S., Wojtasiński, M., & Tużnik, P. (2026). Polish adaptation of the Coparenting Relationship Scale: A self-report measure used to assess subjective quality of the relationship between parents. European Journal of Psychological Assessment.