Ανιχνευτική Κλίμακα Ψυχοκοινωνικής Δυσφορίας Παιδιών

Περιγραφή

Το Child Psychosocial Distress Screener (CPDS) αποτελεί εργαλείο ανίχνευσης της ψυχοκοινωνικής δυσφορίας σε παιδιά και εφήβους. Σκοπός της χρήσης του είναι η συστηματική διερεύνηση ενδείξεων συναισθηματικής και ψυχοκοινωνικής επιβάρυνσης, ιδιαίτερα σε πληθυσμούς ή περιβάλλοντα όπου τα παιδιά ενδέχεται να έχουν εκτεθεί σε στρεσογόνες ή δυσμενείς συνθήκες.

Η αξιολόγηση της ψυχοκοινωνικής δυσφορίας μπορεί να αφορά εκδηλώσεις που σχετίζονται με το άγχος, τη διάθεση, τη συμπεριφορά, τις κοινωνικές σχέσεις και τη γενικότερη προσαρμογή του παιδιού. Παράλληλα, μπορούν να εξετάζονται δυσκολίες που επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργικότητα, τη συμμετοχή στο σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον και τη διαχείριση απαιτητικών ή τραυματικών εμπειριών.

Το CPDS έχει χαρακτήρα ανιχνευτικού ελέγχου (screening) και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτοτελές διαγνωστικό εργαλείο. Αυξημένες βαθμολογίες ή ενδείξεις σημαντικής δυσφορίας μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για περαιτέρω διερεύνηση από κατάλληλα καταρτισμένους επαγγελματίες.

Στόχος

Βασικός στόχος του CPDS είναι ο έγκαιρος εντοπισμός παιδιών και εφήβων που ενδέχεται να παρουσιάζουν αυξημένη ψυχοκοινωνική επιβάρυνση και να χρειάζονται περαιτέρω αξιολόγηση ή υποστήριξη.

Η χρήση του μπορεί να συμβάλει στην αναγνώριση πιθανών δυσκολιών σε πρώιμο στάδιο, στη διερεύνηση των αναγκών συγκεκριμένων παιδικών πληθυσμών και στον σχεδιασμό κατάλληλων ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων. Παράλληλα, τα αποτελέσματά του μπορούν να αξιοποιηθούν ερευνητικά για τη μελέτη παραγόντων που συνδέονται με την ψυχοκοινωνική ευημερία και την προσαρμογή των παιδιών.

Ανάλυση

Η στατιστική ανάλυση των δεδομένων του CPDS εξαρτάται από τον ερευνητικό σχεδιασμό, το δείγμα και τον τρόπο βαθμολόγησης της έκδοσης που χρησιμοποιείται. Αρχικά μπορούν να υπολογιστούν περιγραφικά στατιστικά στοιχεία, όπως μέση τιμή, τυπική απόκλιση, διάμεσος, εύρος τιμών και κατανομή των συνολικών βαθμολογιών.

Η αξιοπιστία της κλίμακας μπορεί να διερευνηθεί μέσω δεικτών εσωτερικής συνέπειας, όπως ο συντελεστής Cronbach’s α ή, όπου κρίνεται καταλληλότερο, ο συντελεστής McDonald’s ω.

Για τη διερεύνηση της σχέσης της ψυχοκοινωνικής δυσφορίας με άλλες μεταβλητές μπορούν να εφαρμοστούν αναλύσεις συσχέτισης, συγκρίσεις μεταξύ ομάδων και μοντέλα παλινδρόμησης. Ενδεικτικά, μπορούν να εξεταστούν παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, η σχολική προσαρμογή, η κοινωνική υποστήριξη και η έκθεση σε στρεσογόνες εμπειρίες.

Σε ερευνητικές εφαρμογές μπορεί επίσης να διερευνηθεί η παραγοντική δομή του εργαλείου μέσω διερευνητικής ή επιβεβαιωτικής παραγοντικής ανάλυσης, εφόσον το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά του δείγματος το επιτρέπουν.

Ψυχομετρική Αξιολόγηση

Η ψυχομετρική αξιολόγηση του CPDS είναι σημαντική για την τεκμηρίωση της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας των αποτελεσμάτων του στον πληθυσμό όπου εφαρμόζεται.

Η εσωτερική συνέπεια εξετάζει κατά πόσο τα επιμέρους στοιχεία του εργαλείου αξιολογούν με συνεκτικό τρόπο την υπό μελέτη κατασκευή. Η εγκυρότητα κατασκευής αφορά τον βαθμό στον οποίο οι βαθμολογίες ανταποκρίνονται θεωρητικά στην έννοια της ψυχοκοινωνικής δυσφορίας, ενώ η συγκλίνουσα και διακριτή εγκυρότητα μπορούν να διερευνηθούν μέσω της σχέσης του CPDS με άλλα κατάλληλα ψυχομετρικά εργαλεία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η εξέταση της λειτουργίας της κλίμακας σε διαφορετικές ηλικιακές, γλωσσικές και πολιτισμικές ομάδες. Σε περίπτωση μετάφρασης ή πολιτισμικής προσαρμογής απαιτείται κατάλληλη διαδικασία γλωσσικής και ψυχομετρικής τεκμηρίωσης πριν από την ερευνητική ή εφαρμοσμένη χρήση της.

Εφαρμογές

Το CPDS μπορεί να αξιοποιηθεί στο πλαίσιο ερευνητικών προγραμμάτων, σχολικών ή κοινοτικών δράσεων και προγραμμάτων ψυχοκοινωνικής υποστήριξης. Η χρήση ενός σύντομου εργαλείου ανίχνευσης μπορεί να διευκολύνει τον εντοπισμό παιδιών που εμφανίζουν αυξημένες ανάγκες και να υποστηρίξει τον αποτελεσματικότερο σχεδιασμό υπηρεσιών και παρεμβάσεων.

Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων πρέπει πάντοτε να πραγματοποιείται σε συνδυασμό με το κοινωνικό, οικογενειακό, αναπτυξιακό και πολιτισμικό πλαίσιο του παιδιού. Μια υψηλή βαθμολογία υποδηλώνει αυξημένη πιθανότητα ψυχοκοινωνικής δυσφορίας και όχι κατ’ ανάγκη την παρουσία συγκεκριμένης ψυχικής διαταραχής.

Βιβλιογραφία

Achenbach, T. M., & Rescorla, L. A. (2001). Manual for the ASEBA School-Age Forms & Profiles. University of Vermont, Research Center for Children, Youth, & Families.

Goodman, R. (1997). The Strengths and Difficulties Questionnaire: A research note. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 38(5), 581–586.

Kovacs, M. (1992). Children’s Depression Inventory (CDI) Manual. Multi-Health Systems.