Τα τελευταία χρόνια το κουνάβι (Mustela putorius furo) έχει καθιερωθεί ως ένα ιδιαίτερα δημοφιλές κατοικίδιο ζώο, ενώ παράλληλα χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα ως πειραματικό μοντέλο στην κτηνιατρική και τη βιοϊατρική έρευνα. Η αύξηση των νευρολογικών περιστατικών στα κουνάβια ανέδειξε την ανάγκη δημιουργίας αξιόπιστων φυσιολογικών τιμών αναφοράς για τις ηλεκτροδιαγνωστικές εξετάσεις, ώστε να είναι δυνατή η έγκαιρη διάγνωση περιφερικών νευροπαθειών και άλλων διαταραχών του νευρικού συστήματος.

Η DatAnalysis, σε συνεργασία με την κτηνιατρική κλινική ADVETIA στη Γαλλία, συμμετείχε στη στατιστική επεξεργασία και ανάλυση των δεδομένων της μελέτης «Motor and Sensory Nerve Conduction Study in the Ferret», η οποία δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Muscle & Nerve. Η έρευνα επικεντρώθηκε στην καταγραφή των φυσιολογικών τιμών αγωγιμότητας κινητικών και αισθητηριακών νεύρων σε υγιή κουνάβια, δημιουργώντας ένα σημαντικό επιστημονικό σημείο αναφοράς για την κτηνιατρική νευρολογία.


Σκοπός της μελέτης

Η αξιολόγηση της λειτουργίας των περιφερικών νεύρων αποτελεί βασικό εργαλείο στη διάγνωση νευρολογικών παθήσεων. Παρότι υπάρχουν εκτεταμένα δεδομένα για σκύλους και γάτες, αντίστοιχες φυσιολογικές τιμές για τα κουνάβια ήταν ιδιαίτερα περιορισμένες.

Η συγκεκριμένη έρευνα σχεδιάστηκε με στόχο:

  • την καταγραφή φυσιολογικών τιμών κινητικής αγωγιμότητας,
  • τη μελέτη της αισθητηριακής αγωγιμότητας,
  • την αξιολόγηση του αντανακλαστικού H,
  • τη διερεύνηση πιθανών διαφορών μεταξύ αρσενικών και θηλυκών ζώων,
  • την εξέταση της σχέσης μεταξύ σωματικού βάρους και νευροφυσιολογικών παραμέτρων.

Η δημιουργία αυτών των φυσιολογικών ορίων αποτελεί σημαντική βάση για τη μελλοντική διάγνωση περιφερικών νευροπαθειών στα κουνάβια.


Δείγμα της έρευνας

Στη μελέτη συμμετείχαν αρχικά 32 οικόσιτα κουνάβια, ηλικίας από 1 έως 8 ετών.

Πριν από την ένταξή τους στη μελέτη:

  • πραγματοποιήθηκε πλήρης κλινική και νευρολογική εξέταση,
  • επιβεβαιώθηκε ότι ήταν υγιή,
  • οι ιδιοκτήτες υπέγραψαν συγκατάθεση συμμετοχής.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας όλα τα ζώα υποβλήθηκαν σε γενική αναισθησία με ισοφλουράνιο ώστε να εξασφαλιστούν σταθερές συνθήκες καταγραφής των νευροφυσιολογικών μετρήσεων.

Μετά την ολοκλήρωση των εξετάσεων ακολούθησε παρακολούθηση διάρκειας έξι μηνών. Ζώα που εμφάνισαν νευρολογική νόσο, χρόνια μεταβολικά προβλήματα ή ανεξήγητο θάνατο αποκλείστηκαν από την τελική ανάλυση, με αποτέλεσμα το τελικό δείγμα να αποτελείται από 25 φυσιολογικά κουνάβια.


Ηλεκτροδιαγνωστική διαδικασία

Οι μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν χρησιμοποιώντας τον φορητό ηλεκτροδιαγνωστικό εξοπλισμό Nicolet Viking Quest.

Η ερευνητική διαδικασία περιλάμβανε:

  • ηλεκτρομυογράφημα (EMG),
  • μελέτη κινητικής αγωγιμότητας,
  • καταγραφή του αντανακλαστικού H,
  • μελέτη αισθητηριακής αγωγιμότητας.

Εξετάστηκαν:

  • το κνημιαίο νεύρο,
  • το ωλένιο νεύρο,
  • το ακτινικό νεύρο,
  • το προσωπικό (ρινικό) νεύρο,
  • το ινώδες αισθητηριακό νεύρο.

Για την αύξηση της αξιοπιστίας πραγματοποιήθηκαν πολλαπλές καταγραφές σε κάθε μυ, ενώ χρησιμοποιήθηκαν εξειδικευμένα ηλεκτρόδια διέγερσης και καταγραφής σύμφωνα με τα διεθνή πρωτόκολλα ηλεκτρονευρογραφίας.


Στατιστική ανάλυση

Η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων πραγματοποιήθηκε στο λογισμικό R (έκδοση 3.2.4).

Η ανάλυση σχεδιάστηκε έτσι ώστε να αξιολογεί τόσο τις διαφορές μεταξύ των δύο φύλων όσο και τη σχέση των νευροφυσιολογικών παραμέτρων με το σωματικό βάρος.

Για τον σκοπό αυτό εφαρμόστηκαν:

  • έλεγχος κανονικότητας Shapiro–Wilk,
  • Student’s t-test για συγκρίσεις μέσων τιμών,
  • συντελεστής συσχέτισης Pearson για τη διερεύνηση γραμμικών σχέσεων,
  • επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας α = 0,05.

Η επιλογή αυτών των στατιστικών τεχνικών ήταν κατάλληλη για το μέγεθος του δείγματος και επέτρεψε την εξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων σχετικά με τις φυσιολογικές τιμές αναφοράς.


Αποτελέσματα

Η ηλεκτρομυογραφική εξέταση έδειξε φυσιολογική μυϊκή δραστηριότητα σε όλα τα υγιή κουνάβια.

Η ανάλυση ανέδειξε σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων.

Τα θηλυκά παρουσίασαν:

  • υψηλότερα πλάτη CMAP,
  • μικρότερες κινητικές καθυστερήσεις,
  • μικρότερες αισθητηριακές καθυστερήσεις.

Οι διαφορές αυτές αποδόθηκαν κυρίως στο μικρότερο σωματικό βάρος των θηλυκών.

Παράλληλα διαπιστώθηκε ότι το ινώδες νεύρο εμφάνισε τη μεγαλύτερη ταχύτητα αγωγιμότητας μεταξύ όλων των νεύρων που εξετάστηκαν.

Η μελέτη του αντανακλαστικού H έδειξε μεγαλύτερη καθυστέρηση στο κνημιαίο νεύρο συγκριτικά με το ωλένιο, εύρημα που μπορεί να αξιοποιηθεί στη διάγνωση πρώιμων περιφερικών νευροπαθειών.


Επιστημονική σημασία της μελέτης

Η συγκεκριμένη εργασία αποτελεί μία από τις πρώτες ολοκληρωμένες προσπάθειες καθορισμού φυσιολογικών τιμών ηλεκτρονευρογραφίας στο κουνάβι.

Τα αποτελέσματά της παρέχουν πολύτιμα δεδομένα για:

  • τη διάγνωση νευρολογικών παθήσεων,
  • την παρακολούθηση περιφερικών νευροπαθειών,
  • την αξιολόγηση τραυματισμών νεύρων,
  • τη διεξαγωγή μελλοντικών κλινικών και πειραματικών μελετών.

Επιπλέον, η χρήση κατάλληλων στατιστικών μεθόδων εξασφάλισε την αξιοπιστία των συμπερασμάτων και επέτρεψε τον καθορισμό έγκυρων φυσιολογικών τιμών αναφοράς, οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο στην κλινική πράξη όσο και στην ερευνητική δραστηριότητα της κτηνιατρικής νευρολογίας.