Η έγκαιρη αναγνώριση των ασθενών που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αιφνίδιου καρδιακού θανάτου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της σύγχρονης καρδιολογίας. Αν και το κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας (Left Ventricular Ejection Fraction – LVEF) χρησιμοποιείται ευρέως για την εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου, δεν επαρκεί από μόνο του για την ακριβή πρόβλεψη σοβαρών αρρυθμιών σε όλους τους ασθενείς μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Για τον λόγο αυτό, η διεθνής επιστημονική κοινότητα στρέφεται ολοένα και περισσότερο στη μελέτη μη επεμβατικών ηλεκτροκαρδιογραφικών παραγόντων κινδύνου (Non-Invasive Electrocardiographic Risk Factors – NIRFs), οι οποίοι μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για τη λειτουργία του μυοκαρδίου και τον κίνδυνο εμφάνισης επικίνδυνων κοιλιακών αρρυθμιών.
Η DatAnalysis συμμετείχε στη στατιστική υποστήριξη της πολυκεντρικής μελέτης «Association of non-invasive electrocardiographic risk factors with left ventricular systolic function in post-myocardial infarction patients with mildly reduced or preserved ejection fraction: Insights from the PRESERVE-EF study», σε συνεργασία με κορυφαία πανεπιστημιακά και νοσοκομειακά καρδιολογικά κέντρα της Ελλάδας. Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύθηκαν στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Annals of Noninvasive Electrocardiology (ANEC) μέσω της πλατφόρμας Wiley Online Library.
Στόχος της μελέτης
Η μελέτη PRESERVE-EF σχεδιάστηκε για να διερευνήσει κατά πόσο συγκεκριμένοι μη επεμβατικοί ηλεκτροκαρδιογραφικοί δείκτες μπορούν να συσχετιστούν με τη συστολική λειτουργία της αριστερής κοιλίας σε ασθενείς που έχουν υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου και εμφανίζουν διατηρημένο ή ήπια μειωμένο κλάσμα εξώθησης (LVEF ≥40%).
Βασικός στόχος ήταν η βελτίωση της διαστρωμάτωσης του καρδιαγγειακού κινδύνου, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα οι ασθενείς που, παρά τη σχετικά καλή συστολική λειτουργία της καρδιάς, εξακολουθούν να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αιφνίδιου καρδιακού θανάτου.
Η σημασία των μη επεμβατικών ηλεκτροκαρδιογραφικών δεικτών
Οι NIRFs αποτελούν σύγχρονους βιοδείκτες που αξιολογούνται μέσω ηλεκτροκαρδιογραφικών εξετάσεων χωρίς την ανάγκη επεμβατικών διαδικασιών.
Η αξιολόγησή τους μπορεί να συμβάλει:
- στην εκτίμηση του κινδύνου σοβαρών κοιλιακών αρρυθμιών,
- στην αναγνώριση ασθενών υψηλού κινδύνου,
- στη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη μακροχρόνια παρακολούθηση,
- στη βελτίωση της εξατομικευμένης καρδιολογικής φροντίδας.
Η χρήση αυτών των δεικτών αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ασθενείς που δεν πληρούν τα κλασικά κριτήρια υψηλού κινδύνου με βάση μόνο το κλάσμα εξώθησης.
Μεθοδολογία της έρευνας
Η μελέτη περιέλαβε 575 ασθενείς που είχαν υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς ενεργό ισχαιμία, τουλάχιστον 40 ημέρες μετά το οξύ επεισόδιο ή 90 ημέρες μετά από επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (CABG).
Όλοι οι συμμετέχοντες είχαν κλάσμα εξώθησης μεγαλύτερο ή ίσο με 40%, επιτρέποντας τη μελέτη ασθενών με διατηρημένη ή ήπια μειωμένη συστολική λειτουργία.
Στους συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν πολλαπλοί μη επεμβατικοί δείκτες κινδύνου, μεταξύ των οποίων:
- πρόωρα κοιλιακά συμπλέγματα (PVCs),
- μη εμμένουσα κοιλιακή ταχυκαρδία (NSVT),
- όψιμα δυναμικά (Late Potentials – LPs),
- παράταση του διαστήματος QTc,
- εναλλαγές του κύματος Τ,
- μεταβλητότητα καρδιακού ρυθμού,
- ικανότητα επιβράδυνσης του καρδιακού ρυθμού και άλλοι δείκτες αυτόνομης λειτουργίας.
Στατιστική ανάλυση
Η επεξεργασία των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με το IBM SPSS Statistics (έκδοση 25).
Η στατιστική ανάλυση περιλάμβανε:
- έλεγχο κανονικότητας με το Kolmogorov–Smirnov test,
- συγκρίσεις κατηγορικών μεταβλητών με τον έλεγχο Chi-square (Χ²),
- σύγκριση συνεχών μεταβλητών με το Student’s t-test όταν πληρούνταν οι προϋποθέσεις κανονικότητας,
- εφαρμογή του Mann–Whitney U test στις περιπτώσεις μη κανονικής κατανομής των δεδομένων.
Το επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ορίστηκε στο p < 0,05, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα της βιοϊατρικής έρευνας.
Κύρια ευρήματα
Η μελέτη ανέδειξε σημαντικές διαφορές μεταξύ των ασθενών με διατηρημένο και εκείνων με ήπια μειωμένο κλάσμα εξώθησης.
Ειδικότερα:
- τα όψιμα δυναμικά (Late Potentials – LPs) εμφανίζονταν συχνότερα σε ασθενείς με ήπια μειωμένο LVEF,
- η μη εμμένουσα κοιλιακή ταχυκαρδία (NSVT) ήταν επίσης συχνότερη στους ίδιους ασθενείς,
- τα πρόωρα κοιλιακά συμπλέγματα (PVCs) παρατηρήθηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα στην ομάδα με μειωμένη συστολική λειτουργία.
Ωστόσο, η πολυπαραγοντική ανάλυση έδειξε ότι μόνο τα Late Potentials (LPs) και η NSVT αποτελούσαν ανεξάρτητους προγνωστικούς δείκτες για την παρουσία ήπια μειωμένου κλάσματος εξώθησης.
Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι οι συγκεκριμένοι δείκτες θα πρέπει να αξιολογούνται συστηματικά κατά την παρακολούθηση ασθενών μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, καθώς μπορούν να συμβάλουν στον έγκαιρο εντοπισμό ασθενών που εμφανίζουν σταδιακή επιδείνωση της καρδιακής λειτουργίας.
Η συμβολή της στατιστικής ανάλυσης
Η επιτυχία της μελέτης βασίστηκε στην εφαρμογή αξιόπιστων στατιστικών μεθόδων που επέτρεψαν τη σύγκριση διαφορετικών ομάδων ασθενών και την αναγνώριση ανεξάρτητων παραγόντων κινδύνου.
Η στατιστική ανάλυση συνέβαλε:
- στην αντικειμενική αξιολόγηση των ηλεκτροκαρδιογραφικών δεικτών,
- στην αναγνώριση των σημαντικότερων προγνωστικών παραγόντων,
- στη βελτίωση της κλινικής διαστρωμάτωσης κινδύνου,
- στην παραγωγή τεκμηριωμένων επιστημονικών συμπερασμάτων με άμεση κλινική εφαρμογή.
Η αξιοποίηση προηγμένων στατιστικών τεχνικών αποτελεί βασικό εργαλείο στη σύγχρονη καρδιολογική έρευνα, επιτρέποντας την ανάπτυξη πιο αποτελεσματικών στρατηγικών πρόληψης και θεραπείας.
Συμπεράσματα
Η μελέτη PRESERVE-EF επιβεβαιώνει ότι η αξιολόγηση των μη επεμβατικών ηλεκτροκαρδιογραφικών παραγόντων κινδύνου μπορεί να προσφέρει σημαντικές πληροφορίες πέρα από το κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας.
Η συνεργασία της DatAnalysis με κορυφαία ελληνικά καρδιολογικά κέντρα ανέδειξε τη σημασία της στατιστικής ανάλυσης στην ερμηνεία σύνθετων βιοϊατρικών δεδομένων και στην ανάπτυξη εργαλείων που υποστηρίζουν την εξατομικευμένη εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Τα αποτελέσματα της μελέτης συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση των παραγόντων που σχετίζονται με τον αιφνίδιο καρδιακό θάνατο και μπορούν να αξιοποιηθούν για τη βελτίωση της κλινικής παρακολούθησης των ασθενών μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου.