Τεστ Πρώιμης Ανίχνευσης Δυσλεξίας στο Νηπιαγωγείο [EDDK-15]
Περιγραφή
Το Τεστ Πρώιμης Ανίχνευσης Δυσλεξίας στο Νηπιαγωγείο [EDDK-15] αποτελεί ένα αναπτυξιακό και εκπαιδευτικό εργαλείο που έχει σχεδιαστεί για την έγκαιρη αναγνώριση ενδείξεων οι οποίες μπορεί να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης δυσλεξίας σε παιδιά προσχολικής ηλικίας.
Η αξιολόγηση πραγματοποιείται πριν από την πλήρη κατάκτηση της ανάγνωσης και της γραφής και επικεντρώνεται σε δεξιότητες που θεωρούνται σημαντικές για τη μελλοντική σχολική μάθηση. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η γλωσσική ικανότητα, η φωνολογική ενημερότητα, ο ψυχοκινητικός συντονισμός και η ακρίβεια εκτέλεσης λεπτών κινητικών δραστηριοτήτων.
Το τεστ περιλαμβάνει δύο συνοδευτικά βιβλία, στα οποία παρουσιάζονται οι επιμέρους θεματικές ενότητες, οι οδηγίες χορήγησης και ο τρόπος βαθμολόγησης των ασκήσεων. Συνοδεύεται επίσης από ειδικά διαμορφωμένο οπτικοακουστικό υλικό και έντυπο πρωτόκολλο, στο οποίο ο εξεταστής καταγράφει τις απαντήσεις του παιδιού και τις παρατηρήσεις του κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης.
Η χρήση του μπορεί να υποστηρίξει εκπαιδευτικούς, ειδικούς παιδαγωγούς, ψυχολόγους, λογοθεραπευτές και άλλους επαγγελματίες που ασχολούνται με την ανάπτυξη και τη μαθησιακή ετοιμότητα των παιδιών.
Στόχος
Κύριος στόχος του τεστ είναι η πρώιμη ανίχνευση συμπτωμάτων και παραγόντων κινδύνου που μπορεί να συνδέονται με τη δυσλεξία, πριν από την είσοδο του παιδιού στη συστηματική διδασκαλία της ανάγνωσης και της γραφής.
Το εργαλείο απευθύνεται σε παιδιά προσχολικής ηλικίας, με αφετηρία περίπου τα 5 έτη και 4 μήνες, και επιδιώκει να εντοπίσει παιδιά που ενδέχεται να χρειάζονται πληρέστερη διαγνωστική διερεύνηση ή πρώιμη εκπαιδευτική υποστήριξη.
Ειδικότερα, το τεστ αποσκοπεί:
στη διερεύνηση της φωνολογικής ενημερότητας,
στην αξιολόγηση βασικών γλωσσικών δεξιοτήτων,
στην εξέταση του οπτικοκινητικού και ψυχοκινητικού συντονισμού,
στην αξιολόγηση της λεπτής κινητικότητας,
στην αναγνώριση αποκλίσεων από την αναμενόμενη αναπτυξιακή επίδοση,
και στην υποστήριξη του σχεδιασμού πρώιμων παρεμβάσεων.
Το τεστ λειτουργεί ως εργαλείο ανίχνευσης και όχι ως αυτοτελές μέσο οριστικής διάγνωσης της δυσλεξίας.
Δομή του τεστ
Το EDDK-15 οργανώνεται σε επιμέρους θεματικές ενότητες, οι οποίες αξιολογούν γενικές και ειδικές δεξιότητες.
Γενική ικανότητα
Η γενική ικανότητα περιλαμβάνει δραστηριότητες που εξετάζουν βασικές αναπτυξιακές λειτουργίες. Ενδεικτικά, αξιολογείται η ακρίβεια εκτέλεσης λεπτών ψυχοκινητικών ενεργειών, όπως προβλέπεται στην αντίστοιχη θεματική ενότητα του εργαλείου.
Ειδική ικανότητα
Η ειδική ικανότητα περιλαμβάνει πιο στοχευμένες δραστηριότητες, όπως:
η εκτέλεση ψυχοκινητικών ασκήσεων,
η γλωσσική ικανότητα,
η φωνολογική ενημερότητα,
και άλλες δεξιότητες που συνδέονται με τη μελλοντική κατάκτηση της ανάγνωσης και της γραφής.
Η συνδυαστική αξιολόγηση των παραπάνω τομέων επιτρέπει τη δημιουργία ενός αναπτυξιακού προφίλ του παιδιού και τον εντοπισμό συγκεκριμένων πεδίων στα οποία μπορεί να εμφανίζονται δυσκολίες.
Διαδικασία χορήγησης
Η χορήγηση του τεστ πραγματοποιείται ατομικά, σε κατάλληλα διαμορφωμένο και ήσυχο περιβάλλον, ώστε να περιορίζονται οι εξωτερικοί περισπασμοί.
Ο εξεταστής ακολουθεί τις οδηγίες των συνοδευτικών βιβλίων και χρησιμοποιεί το προβλεπόμενο οπτικοακουστικό υλικό για την εκτέλεση συγκεκριμένων ασκήσεων.
Κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης καταγράφονται:
οι απαντήσεις του παιδιού,
η ακρίβεια εκτέλεσης των δραστηριοτήτων,
ο χρόνος ή ο τρόπος ανταπόκρισης, όπου προβλέπεται,
η ανάγκη επανάληψης των οδηγιών,
και οι ποιοτικές παρατηρήσεις του εξεταστή.
Οι παρατηρήσεις αυτές μπορούν να προσφέρουν πρόσθετες πληροφορίες για τον τρόπο προσέγγισης των δραστηριοτήτων, τη συγκέντρωση, την επιμονή και τις στρατηγικές που χρησιμοποιεί το παιδί.
Βαθμολόγηση
Η βαθμολόγηση πραγματοποιείται σε αναλογική κλίμακα, ενώ κάθε θεματική ενότητα αξιολογείται χωριστά. Με αυτόν τον τρόπο δεν προκύπτει μόνο μία συνολική εικόνα, αλλά και ένα αναλυτικό προφίλ επίδοσης ανά δεξιότητα.
Σύμφωνα με το αρχικό υλικό, οι απαντήσεις αξιολογούνται δύο φορές κατά την εφαρμογή, με στόχο τη μεγαλύτερη ακρίβεια και ομοιογένεια της βαθμολόγησης.
Οι ακατέργαστες βαθμολογίες μπορούν να μετατραπούν σε τυποποιημένες τιμές, όπως:
z-τιμές,
T-τιμές,
και άλλους δείκτες αναφοράς που βασίζονται στην κατανομή των επιδόσεων του δείγματος στάθμισης.
Η ερμηνεία πρέπει να πραγματοποιείται ανά θεματική ενότητα, καθώς ένα παιδί μπορεί να παρουσιάζει ικανοποιητική επίδοση σε έναν τομέα και σημαντική δυσκολία σε κάποιον άλλο.
Δείγμα στάθμισης
Η διαδικασία στάθμισης του τεστ πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 536 παιδιών προσχολικής ηλικίας, τα οποία προέρχονταν από 27 νηπιαγωγεία του Νομού Ιωαννίνων και άλλων περιοχών.
Οι νόρμες διαμορφώθηκαν με βάση τις απαντήσεις των παιδιών σε κάθε θεματική ενότητα και με αξιοποίηση κανονικών καμπυλών κατανομής, τυπικών τιμών, z-τιμών και T-τιμών.
Το μέγεθος και η σύνθεση του δείγματος στάθμισης αποτελούν βασικές παραμέτρους για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Κατά τη χρήση του εργαλείου σε διαφορετικές γεωγραφικές, γλωσσικές ή κοινωνικοπολιτισμικές ομάδες είναι σκόπιμο να εξετάζεται η καταλληλότητα των διαθέσιμων προτύπων αναφοράς.
Ανάλυση Δεδομένων
Η ανάλυση των αποτελεσμάτων μπορεί να πραγματοποιηθεί τόσο στο επίπεδο των επιμέρους θεματικών ενοτήτων όσο και στο επίπεδο της συνολικής επίδοσης.
Αρχικά υπολογίζονται:
οι ακατέργαστες βαθμολογίες,
οι τυποποιημένες βαθμολογίες,
οι z-τιμές,
οι T-τιμές,
και η θέση του παιδιού σε σχέση με τις νόρμες του δείγματος στάθμισης.
Σε ερευνητικές εφαρμογές μπορούν να υπολογιστούν περιγραφικά στατιστικά μέτρα, όπως ο μέσος όρος, η τυπική απόκλιση, η διάμεσος και το εύρος τιμών.
Οι διαφορές μεταξύ ομάδων μπορούν να διερευνηθούν ως προς:
το φύλο,
την ηλικία,
το γλωσσικό υπόβαθρο,
την περιοχή φοίτησης,
και άλλους αναπτυξιακούς ή κοινωνικοδημογραφικούς παράγοντες.
Για την ανάλυση μπορούν να χρησιμοποιηθούν t-test, ANOVA, MANOVA ή μη παραμετρικές μέθοδοι, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά και την κατανομή των δεδομένων.
Η προβλεπτική ικανότητα του τεστ μπορεί να διερευνηθεί μέσω διαχρονικών μελετών, εξετάζοντας κατά πόσο οι χαμηλές επιδόσεις στην προσχολική ηλικία συνδέονται με μεταγενέστερες δυσκολίες στην ανάγνωση και τη γραφή.
Ψυχομετρικά χαρακτηριστικά
Κατά την ανάπτυξη του τεστ εξετάστηκαν διαφορετικές μορφές εγκυρότητας και αξιοπιστίας.
Εγκυρότητα περιεχομένου
Η εγκυρότητα περιεχομένου διερευνήθηκε μέσω της αξιολόγησης των θεματικών ενοτήτων και της διακριτικής ικανότητας επιμέρους ερωτήσεων ή δραστηριοτήτων.
Στο αρχικό υλικό αναφέρονται ενδεικτικοί δείκτες διάκρισης 0,57, 0,63 και 0,44, οι οποίοι υποδηλώνουν διαφοροποίηση της επίδοσης μεταξύ παιδιών με διαφορετικά επίπεδα ικανότητας.
Εγκυρότητα κριτηρίου
Η εγκυρότητα κριτηρίου εξετάστηκε μέσω διαδικασιών προβλεπτικής εγκυρότητας και συμπληρωματικής συλλογής πληροφοριών από γονείς και εκπαιδευτικούς.
Η σύγκριση των αποτελεσμάτων του τεστ με εξωτερικά κριτήρια και μελλοντικές σχολικές επιδόσεις μπορεί να υποστηρίξει την ικανότητά του να αναγνωρίζει παιδιά αυξημένου κινδύνου.
Εννοιολογική εγκυρότητα
Η εννοιολογική εγκυρότητα διερευνήθηκε με βάση τη διάκριση των θεματικών ενοτήτων και τη συνοχή των ασκήσεων που αξιολογούν συναφείς δεξιότητες.
Αξιοπιστία
Η αξιοπιστία των θεματικών ενοτήτων ελέγχθηκε με τον δείκτη Kuder–Richardson, για τον οποίο αναφέρεται ενδεικτική τιμή 0,76, και με τον συντελεστή Cronbach’s α, με ενδεικτική τιμή 0,81.
Οι τιμές αυτές υποδηλώνουν ικανοποιητική έως καλή εσωτερική συνοχή. Ωστόσο, η αξιοπιστία πρέπει να εξετάζεται εκ νέου σε κάθε νέο δείγμα εφαρμογής, ιδιαίτερα όταν το εργαλείο χρησιμοποιείται σε διαφορετικό πολιτισμικό ή γλωσσικό πλαίσιο.
Εφαρμογές
Το Τεστ Πρώιμης Ανίχνευσης Δυσλεξίας στο Νηπιαγωγείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί:
σε δημόσια και ιδιωτικά νηπιαγωγεία,
σε κέντρα ειδικής αγωγής,
σε παιδαγωγικές και ψυχολογικές υπηρεσίες,
σε λογοθεραπευτικά και εργοθεραπευτικά πλαίσια,
σε προγράμματα σχολικής ετοιμότητας,
και σε ερευνητικές μελέτες για την προσχολική ανάπτυξη και τις μαθησιακές δυσκολίες.
Η έγκαιρη αναγνώριση των δυσκολιών μπορεί να επιτρέψει την εφαρμογή στοχευμένων δραστηριοτήτων ενίσχυσης της φωνολογικής ενημερότητας, του προφορικού λόγου, της λεπτής κινητικότητας και των προαναγνωστικών δεξιοτήτων.
Περιορισμοί
Η επίδοση ενός παιδιού μπορεί να επηρεαστεί από παράγοντες όπως:
η κόπωση,
το άγχος της αξιολόγησης,
η περιορισμένη εξοικείωση με τη γλώσσα,
η ελλιπής κατανόηση των οδηγιών,
οι δυσκολίες συγκέντρωσης,
και η ποιότητα της συνεργασίας με τον εξεταστή.
Επιπλέον, η δυσλεξία διαγιγνώσκεται συνήθως όταν το παιδί έχει εκτεθεί σε συστηματική διδασκαλία ανάγνωσης και γραφής. Επομένως, στην προσχολική ηλικία είναι επιστημονικά ακριβέστερο να γίνεται λόγος για ενδείξεις κινδύνου ή για αυξημένη πιθανότητα μελλοντικών μαθησιακών δυσκολιών και όχι για οριστική διάγνωση.
Τα αποτελέσματα πρέπει να συνεκτιμώνται με το αναπτυξιακό και οικογενειακό ιστορικό, την παρατήρηση του παιδιού, τις πληροφορίες από γονείς και εκπαιδευτικούς και, όπου απαιτείται, με πληρέστερη διεπιστημονική αξιολόγηση.
Διαθεσιμότητα
Στο αρχικό υλικό αναφέρεται το Εργαστήριο Ειδικής και Θεραπευτικής Αγωγής του Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ως φορέας επικοινωνίας και διάθεσης πληροφοριών για το εργαλείο.
Βιβλιογραφία
Σταύρου, Λ., & Ζακοπούλου, Β. (υπό έκδοση). Τεστ Πρώιμης Ανίχνευσης Δυσλεξίας στο Νηπιαγωγείο. Αθήνα: Άνθρωπος.