Τεστ Κοινωνικού Στρες Trier [TSST-3]
Περιγραφή
Το Trier Social Stress Test (TSST) είναι ένα τυποποιημένο εργαστηριακό πρωτόκολλο πρόκλησης οξέος ψυχοκοινωνικού στρες. Αναπτύχθηκε από τους Kirschbaum, Pirke και Hellhammer το 1993 και χρησιμοποιείται ευρέως για τη μελέτη των ψυχολογικών, νευροενδοκρινικών και καρδιαγγειακών αντιδράσεων σε καταστάσεις κοινωνικής αξιολόγησης.
Το TSST δεν αποτελεί συμβατικό ερωτηματολόγιο ή ψυχομετρική κλίμακα και, επομένως, δεν παρέχει μία ενιαία συνολική βαθμολογία. Πρόκειται για πειραματική διαδικασία η οποία συνδυάζει την κοινωνική αξιολόγηση, την απρόβλεπτη εξέλιξη της δοκιμασίας και την περιορισμένη δυνατότητα ελέγχου από τον συμμετέχοντα. Τα χαρακτηριστικά αυτά προκαλούν συνήθως ενεργοποίηση του άξονα υποθαλάμου–υπόφυσης–επινεφριδίων και του συμπαθητικού νευρικού συστήματος.
Στόχος
Βασικός σκοπός του TSST είναι η πρόκληση μιας ελεγχόμενης και συγκρίσιμης αντίδρασης οξέος στρες, ώστε να μελετηθούν:
- οι ατομικές διαφορές στην ψυχοβιολογική αντιδραστικότητα,
- η ενεργοποίηση και η αποκατάσταση του οργανισμού μετά το στρες,
- η σχέση μεταξύ υποκειμενικής εμπειρίας και φυσιολογικής απόκρισης,
- η επίδραση δημογραφικών, βιολογικών και ψυχοκοινωνικών παραγόντων,
- η αποτελεσματικότητα παρεμβάσεων διαχείρισης του στρες.
Το πρωτόκολλο χρησιμοποιείται σε έρευνες σχετικές με το άγχος, την κατάθλιψη, την ανθεκτικότητα, την κοινωνική αξιολόγηση, τη συναισθηματική ρύθμιση και την επίδραση του στρες στη γνωστική λειτουργία.
Διαδικασία χορήγησης
Η κλασική εφαρμογή του TSST περιλαμβάνει τρία βασικά στάδια:
Περίοδος προετοιμασίας: Ο συμμετέχων ενημερώνεται ότι θα πραγματοποιήσει μια σύντομη παρουσίαση, συνήθως στο πλαίσιο προσομοιωμένης συνέντευξης εργασίας, και διαθέτει περίπου 10 λεπτά για να προετοιμαστεί.
Προφορική παρουσίαση: Ο συμμετέχων εκφωνεί ομιλία διάρκειας περίπου 5 λεπτών μπροστά σε επιτροπή αξιολογητών, η οποία διατηρεί ουδέτερη και μη υποστηρικτική στάση.
Νοερή αριθμητική δοκιμασία: Ακολουθεί αριθμητική άσκηση διάρκειας περίπου 5 λεπτών, όπως η διαδοχική αφαίρεση ενός συγκεκριμένου αριθμού. Σε περίπτωση λάθους, ο συμμετέχων καλείται να ξεκινήσει ξανά από την αρχή.
Μετά την ολοκλήρωση της δοκιμασίας ακολουθεί περίοδος αποκατάστασης και πλήρης ενημέρωση του συμμετέχοντος σχετικά με τον πραγματικό σκοπό της διαδικασίας.
Μετρήσεις
Η απόκριση στο TSST αξιολογείται με συνδυασμό βιολογικών, φυσιολογικών και ψυχολογικών δεικτών. Οι συνηθέστερες μετρήσεις περιλαμβάνουν:
- κορτιζόλη σάλιου ή αίματος,
- καρδιακό ρυθμό και μεταβλητότητα καρδιακού ρυθμού,
- αρτηριακή πίεση,
- ηλεκτροδερμική δραστηριότητα,
- α-αμυλάση σάλιου,
- υποκειμενικές εκτιμήσεις άγχους, έντασης και συναισθηματικής κατάστασης.
Οι μετρήσεις πραγματοποιούνται πριν, κατά τη διάρκεια και σε διαδοχικά χρονικά σημεία μετά τη δοκιμασία, ώστε να καταγραφούν η αρχική κατάσταση, η κορυφαία απόκριση και η πορεία αποκατάστασης.
Ανάλυση δεδομένων
Η ανάλυση επικεντρώνεται στη μεταβολή των δεικτών σε σχέση με την αρχική μέτρηση. Μπορούν να υπολογιστούν η μέγιστη αύξηση, ο χρόνος επίτευξης της κορυφαίας τιμής, η περιοχή κάτω από την καμπύλη και ο ρυθμός επαναφοράς στα αρχικά επίπεδα.
Για την εξέταση των διαδοχικών μετρήσεων μπορούν να χρησιμοποιηθούν αναλύσεις διακύμανσης επαναλαμβανόμενων μετρήσεων ή γραμμικά μικτά μοντέλα. Οι ατομικές διαφορές μπορούν να διερευνηθούν με συσχετίσεις, παλινδρόμηση και συγκρίσεις μεταξύ πειραματικών ή δημογραφικών ομάδων.
Τυποποίηση και ερευνητικές προϋποθέσεις
Η συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων προϋποθέτει αυστηρή τυποποίηση της διαδικασίας. Πρέπει να ελέγχονται παράγοντες όπως η ώρα διεξαγωγής, η κατανάλωση τροφής και καφεΐνης, το κάπνισμα, η άσκηση, η φαρμακευτική αγωγή, ο ύπνος και, όπου απαιτείται, ο εμμηνορροϊκός κύκλος.
Η σύνθεση και η συμπεριφορά της επιτροπής, η διάρκεια των επιμέρους σταδίων και ο χρόνος συλλογής των βιολογικών δειγμάτων πρέπει επίσης να παραμένουν σταθερά. Οι τροποποιημένες εκδοχές, όπως το TSST για παιδιά, ομάδες, διαδικτυακό περιβάλλον ή εικονική πραγματικότητα, δεν πρέπει να θεωρούνται αυτομάτως ισοδύναμες με το αρχικό πρωτόκολλο.
Δεοντολογικές επισημάνσεις
Επειδή το TSST προκαλεί σκόπιμα ψυχοκοινωνικό στρες, η εφαρμογή του απαιτεί έγκριση από αρμόδια επιτροπή δεοντολογίας, τεκμηριωμένη συγκατάθεση και σαφή κριτήρια ένταξης και αποκλεισμού. Μετά τη δοκιμασία πρέπει να πραγματοποιείται αποφόρτιση και πλήρης ενημέρωση του συμμετέχοντος. Η διαδικασία πρέπει να εφαρμόζεται αποκλειστικά από κατάλληλα εκπαιδευμένο ερευνητικό προσωπικό.
Βιβλιογραφία
Birkett, M. A. (2011). The Trier Social Stress Test protocol for inducing psychological stress. Journal of Visualized Experiments, 56, e3238.
Dickerson, S. S., & Kemeny, M. E. (2004). Acute stressors and cortisol responses: A theoretical integration and synthesis of laboratory research. Psychological Bulletin, 130(3), 355–391. https://doi.org/10.1037/0033-2909.130.3.355
Kirschbaum, C., Pirke, K. M., & Hellhammer, D. H. (1993). The “Trier Social Stress Test”—A tool for investigating psychobiological stress responses in a laboratory setting. Neuropsychobiology, 28(1–2), 76–81.
Linares, N. F., Charron, V., Ouimet, A. J., Labelle, P. R., & Plamondon, H. (2020). A systematic review of the Trier Social Stress Test methodology: Issues in promoting study comparison and replicable research. Neurobiology of Stress, 13, 100235.