Ερωτηματολόγιο Συμπεριφοράς του Rutter – για Γονείς [RBP-26]
Σύντομη Περιγραφή
Το Rutter’s Behavior Checklist – Parent’s Form (RBP-26) αποτελεί εργαλείο αξιολόγησης της συμπεριφοράς παιδιών σχολικής ηλικίας, το οποίο βασίζεται στην παρατήρηση και την εκτίμηση των γονέων. Αποτελείται από 26 προτάσεις, μέσω των οποίων οι γονείς αξιολογούν κατά πόσο συγκεκριμένες συμπεριφορές χαρακτηρίζουν το παιδί τους, λαμβάνοντας υπόψη την ένταση ή τη συχνότητα εμφάνισής τους. Η ελληνική μορφή του εργαλείου έχει προσαρμοστεί στο αντίστοιχο γλωσσικό και πολιτισμικό πλαίσιο.
Η αξιολόγηση από τους γονείς παρέχει σημαντικές πληροφορίες για τη συμπεριφορά του παιδιού στο οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Παράλληλα, μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς αξιολογήσεις από εκπαιδευτικούς ή άλλους επαγγελματίες, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας περισσότερο ολοκληρωμένης εικόνας της ψυχοκοινωνικής λειτουργικότητας του παιδιού.
Σκοπός
Κύριος σκοπός του RBP-26 είναι ο εντοπισμός παιδιών σχολικής ηλικίας που ενδέχεται να παρουσιάζουν συμπεριφορικές ή αναπτυξιακές δυσκολίες, όπως αυτές γίνονται αντιληπτές από τους γονείς τους. Το αρχικό υλικό αναφέρεται ειδικότερα σε διαταραχές συμπεριφοράς, υπερκινητικότητα, εξελικτική διαταραχή και μικτή διαταραχή.
Το εργαλείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πρώιμης ανίχνευσης πιθανών δυσκολιών και να υποστηρίξει την απόφαση για περαιτέρω ψυχολογική, παιδοψυχιατρική ή εκπαιδευτική αξιολόγηση. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να αντιμετωπίζεται ως αυτόνομο διαγνωστικό εργαλείο.
Τρόπος Βαθμολόγησης
Κάθε πρόταση αξιολογείται από τον γονέα μέσω τριών επιλογών απάντησης:
- Ισχύει πολύ: 2 βαθμοί
- Ισχύει λίγο: 1 βαθμός
- Δεν ισχύει καθόλου: 0 βαθμοί
Η συνολική βαθμολογία προκύπτει από το άθροισμα των απαντήσεων στις 26 προτάσεις και μπορεί να φτάσει έως τους 52 βαθμούς. Σύμφωνα με το διαθέσιμο υλικό, οι προτάσεις 3, 5, 13, 19 και 26 αποτελούν δείκτες υπερκινητικότητας, οι προτάσεις 2, 4, 10, 11, 14, 18, 22 και 25 σχετίζονται με διαταραχή συμπεριφοράς, ενώ η πρόταση 24 χρησιμοποιείται ως βασικός δείκτης εξελικτικής διαταραχής.
Υψηλότερες βαθμολογίες υποδηλώνουν μεγαλύτερη παρουσία συμπεριφορών ή δυσκολιών που αξιολογούνται από την κλίμακα. Η ερμηνεία τους θα πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις οδηγίες και τα διαθέσιμα δεδομένα της συγκεκριμένης έκδοσης.
Εγκυρότητα
Η διακριτική εγκυρότητα της ελληνικής προσαρμογής έχει διερευνηθεί μέσω σύγκρισης της συνολικής βαθμολογίας διαφορετικών ομάδων παιδιών. Συγκεκριμένα, συγκρίθηκε το αρχικό δείγμα των Ν = 603 παιδιών με αντιπροσωπευτικό δείγμα Ν = 258 και με δείγμα Ν = 28 παιδιών από παιδοψυχιατρική υπηρεσία. Τα αποτελέσματα που αναφέρονται στο διαθέσιμο υλικό υποστηρίζουν επαρκή διακριτική εγκυρότητα του εργαλείου.
Η δυνατότητα διαφοροποίησης μεταξύ γενικού και κλινικού πληθυσμού ενισχύει τη χρησιμότητα της κλίμακας για τον αρχικό εντοπισμό παιδιών που ενδέχεται να παρουσιάζουν αυξημένες ψυχοκοινωνικές ή συμπεριφορικές δυσκολίες.
Αξιοπιστία
Η αξιοπιστία επαναληπτικών μετρήσεων του RBP-26 αναφέρεται ως ιδιαίτερα υψηλή. Σε δείγμα 27 μητέρων, οι οποίες αξιολόγησαν εκ νέου το παιδί τους μετά από χρονικό διάστημα ενός μήνα, ο συντελεστής test-retest αξιοπιστίας ήταν r = 0,96.
Το αποτέλεσμα αυτό υποδηλώνει υψηλό βαθμό χρονικής σταθερότητας των αξιολογήσεων, όταν η κλίμακα συμπληρώνεται από τους ίδιους αξιολογητές σε συγκρίσιμες συνθήκες.
Ανάλυση και Χρήση Δεδομένων
Η συνολική βαθμολογία και οι επιμέρους δείκτες που αφορούν την υπερκινητικότητα, τη διαταραχή συμπεριφοράς και την εξελικτική διαταραχή μπορούν να αξιοποιηθούν για τον εντοπισμό παιδιών με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ψυχοκοινωνικών ή συμπεριφορικών δυσκολιών. Το εργαλείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο σε σχολικούς πληθυσμούς όσο και σε παιδοψυχιατρικά πλαίσια.
Ερευνητικά, το RBP-26 μπορεί να αξιοποιηθεί για τη μελέτη της σχέσης των συμπεριφορικών δυσκολιών με παράγοντες όπως η σχολική επίδοση, η κοινωνική προσαρμογή, η οικογενειακή λειτουργικότητα και η ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού.
Η αξιολόγηση είναι προτιμότερο να συνδυάζεται με πληροφορίες από εκπαιδευτικούς, επαγγελματίες ψυχικής υγείας και άλλες πηγές, ιδιαίτερα όταν τα αποτελέσματα χρησιμοποιούνται για αποφάσεις σχετικά με περαιτέρω αξιολόγηση ή παρέμβαση.
Βιβλιογραφία
Papadopoulou, R., Bada, K., Micheloyannakis, I., Makaronis, G., & Pandelakis, S. (1981). Psychiatric disorders in 6–8 year-old children in the greater Athens area. Bibliotheca Psychiatrica, 160, 92–100.
Ρότσικα, Β., & Παπαθεοδώρου, Ρ. Ψυχική διαταραχή και σχολική επίδοση. Ψυχολογικά Θέματα, 13(3), 211–229.
Σιώκου-Μπόδα, Α., & Παντελάκης, Σ. (1992). Η χρήση και προγνωστική αξία διαδοχικών τεστ στον παιδικό πληθυσμό και την εξέλιξη των μαθησιακών ικανοτήτων. Παιδί και Έφηβος, 4(2), 34–48.
Παπαθεοδώρου, Ρ., & Δαδίδης, Σ. (1988). Σχολική επίδοση: Κοινωνικοί και ατομικοί παράγοντες. Ψυχολογικά Θέματα, 14, 44–81.