Περιγραφή της κλίμακας

Η Κλίμακα Αξιολόγησης της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας, γνωστή διεθνώς ως ADHD Rating Scale και στο παρόν πλαίσιο ως ADHD-18, αποτελεί ένα σύντομο και δομημένο ψυχομετρικό εργαλείο για την καταγραφή συμπεριφορών που σχετίζονται με την απροσεξία, την υπερκινητικότητα και την παρορμητικότητα σε παιδιά και εφήβους.

Η κλίμακα αναπτύχθηκε από τον DuPaul και τους συνεργάτες του και περιλαμβάνει 18 προτάσεις, οι οποίες αντιστοιχούν στις δύο βασικές ομάδες συμπτωμάτων της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας. Οι πρώτες εννέα προτάσεις εξετάζουν συμπεριφορές απροσεξίας, ενώ οι υπόλοιπες εννέα αξιολογούν εκδηλώσεις υπερκινητικότητας και παρορμητικότητας.

Το εργαλείο χρησιμοποιείται κυρίως για την αξιολόγηση παιδιών και εφήβων σχολικής ηλικίας. Οι απαντήσεις παρέχονται συνήθως από γονείς, εκπαιδευτικούς ή άλλους ενήλικες που γνωρίζουν καλά την καθημερινή συμπεριφορά του παιδιού. Με αυτόν τον τρόπο είναι δυνατή η συγκέντρωση συστηματικών πληροφοριών από διαφορετικά περιβάλλοντα, όπως το σπίτι και το σχολείο.

Η ADHD-18 δεν αποτελεί από μόνη της διαγνωστικό μέσο. Λειτουργεί ως εργαλείο ανίχνευσης, ποσοτικής αξιολόγησης και παρακολούθησης των συμπτωμάτων. Η τελική διάγνωση της ΔΕΠΥ απαιτεί ολοκληρωμένη κλινική εκτίμηση από κατάλληλα καταρτισμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας ή ιατρό.

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας αποτελεί νευροαναπτυξιακή διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από επίμονα πρότυπα απροσεξίας και/or υπερκινητικότητας-παρορμητικότητας. Οι συγκεκριμένες συμπεριφορές πρέπει να είναι συχνότερες ή εντονότερες από εκείνες που αναμένονται βάσει της ηλικίας και του αναπτυξιακού επιπέδου του παιδιού.

Οι δυσκολίες μπορεί να επηρεάζουν την ακαδημαϊκή επίδοση, την οργάνωση, τη διαχείριση του χρόνου, τις κοινωνικές σχέσεις και τη λειτουργικότητα στην οικογένεια. Ωστόσο, δεν παρουσιάζουν όλα τα παιδιά το ίδιο πρότυπο συμπτωμάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις κυριαρχεί η απροσεξία, σε άλλες η υπερκινητικότητα και η παρορμητικότητα, ενώ συχνά παρατηρείται συνδυασμός των δύο διαστάσεων.

Η αξιολόγηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια των συμπτωμάτων, την ηλικία εμφάνισής τους, τη συχνότητα και την έντασή τους, καθώς και τον βαθμό στον οποίο δυσκολεύουν την καθημερινή ζωή του παιδιού. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η παρουσία των συμπεριφορών σε περισσότερα από ένα περιβάλλοντα.

Σκοπός του ADHD-18

Βασικός σκοπός της κλίμακας είναι η οργανωμένη και ποσοτική καταγραφή των συμπτωμάτων που σχετίζονται με τη ΔΕΠΥ. Το εργαλείο επιτρέπει την εκτίμηση της συχνότητας συγκεκριμένων συμπεριφορών κατά τη διάρκεια μιας καθορισμένης χρονικής περιόδου, η οποία συνήθως αφορά τους τελευταίους έξι μήνες.

Η κλίμακα μπορεί να συμβάλει στην αρχική ανίχνευση παιδιών που παρουσιάζουν αυξημένο αριθμό συμπτωμάτων, στη διερεύνηση της σοβαρότητας των δυσκολιών και στη σύγκριση των παρατηρήσεων γονέων και εκπαιδευτικών.

Παράλληλα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση της εξέλιξης των συμπτωμάτων και την αξιολόγηση πιθανών αλλαγών μετά από εκπαιδευτικές, ψυχοκοινωνικές ή θεραπευτικές παρεμβάσεις. Η επαναλαμβανόμενη χορήγησή της επιτρέπει τη σύγκριση των βαθμολογιών σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, εφόσον οι συνθήκες αξιολόγησης παραμένουν συγκρίσιμες.

Δομή και διαστάσεις

Η ADHD-18 περιλαμβάνει δύο βασικές υποκλίμακες. Η υποκλίμακα της απροσεξίας αποτελείται από εννέα στοιχεία που εξετάζουν συμπεριφορές όπως η δυσκολία διατήρησης της συγκέντρωσης, η αδυναμία ολοκλήρωσης δραστηριοτήτων, η αποδιοργάνωση, η εύκολη διάσπαση της προσοχής και η συχνή απώλεια απαραίτητων αντικειμένων.

Η υποκλίμακα της υπερκινητικότητας και παρορμητικότητας αποτελείται επίσης από εννέα στοιχεία. Εξετάζει συμπεριφορές όπως η έντονη κινητικότητα, η δυσκολία παραμονής σε καθιστή θέση, η υπερβολική ομιλία, η δυσκολία αναμονής της σειράς και η τάση διακοπής των άλλων.

Η διάκριση των δύο υποκλιμάκων είναι σημαντική, καθώς επιτρέπει την αναλυτικότερη κατανόηση του προφίλ των συμπτωμάτων. Δύο παιδιά μπορεί να έχουν παρόμοια συνολική βαθμολογία, αλλά να παρουσιάζουν διαφορετική κατανομή μεταξύ απροσεξίας και υπερκινητικότητας-παρορμητικότητας.

Χορήγηση και βαθμολόγηση

Κάθε συμπεριφορά αξιολογείται συνήθως με τετραβάθμια κλίμακα τύπου Likert. Η βαθμολογία κυμαίνεται από 0 έως 3, όπου το 0 αντιστοιχεί στην απουσία ή στη σπάνια εμφάνιση της συμπεριφοράς και το 3 στην πολύ συχνή εμφάνισή της.

Κάθε υποκλίμακα μπορεί να λάβει βαθμολογία από 0 έως 27, ενώ η συνολική βαθμολογία και των 18 στοιχείων κυμαίνεται από 0 έως 54. Επομένως, η αναφορά ότι ολόκληρη η κλίμακα κυμαίνεται από 0 έως 27 αφορά μόνο μία από τις δύο εννεάστοιχες υποκλίμακες και όχι το συνολικό ερωτηματολόγιο.

Υψηλότερες βαθμολογίες υποδηλώνουν συχνότερη παρουσία συμπεριφορών που σχετίζονται με τη ΔΕΠΥ. Δεν πρέπει, ωστόσο, να ερμηνεύονται αυτομάτως ως επιβεβαίωση διάγνωσης. Η ερμηνεία χρειάζεται να βασίζεται στα κατάλληλα δεδομένα αναφοράς, στην ηλικία, στο φύλο, στο περιβάλλον αξιολόγησης και στη συνολική λειτουργικότητα του παιδιού.

Ψυχομετρικές ιδιότητες

Η χρησιμότητα μιας κλίμακας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αξιοπιστία και την εγκυρότητά της. Η αξιοπιστία αναφέρεται στη σταθερότητα και στη συνέπεια των μετρήσεων, ενώ η εγκυρότητα εξετάζει κατά πόσο το εργαλείο αξιολογεί πράγματι τις διαστάσεις για τις οποίες σχεδιάστηκε.

Στο αρχικό κείμενο αναφέρεται συντελεστής εσωτερικής συνέπειας Cronbach’s α ίσος με 0,918, ο οποίος υποδηλώνει ιδιαίτερα υψηλή συνοχή μεταξύ των στοιχείων. Αναφέρονται επίσης συντελεστές επαναληπτικής αξιοπιστίας τεσσάρων εβδομάδων ίσοι με 0,78 για την απροσεξία, 0,86 για την υπερκινητικότητα-παρορμητικότητα και 0,85 για τη συνολική βαθμολογία.

Η παραγοντική δομή του εργαλείου μπορεί να διερευνηθεί με Διερευνητική και Επιβεβαιωτική Ανάλυση Παραγόντων. Ειδικότερα, ένα μοντέλο δύο συσχετιζόμενων παραγόντων μπορεί να εξετάσει κατά πόσο τα εννέα στοιχεία της απροσεξίας και τα εννέα στοιχεία της υπερκινητικότητας-παρορμητικότητας συγκροτούν δύο διακριτές αλλά σχετιζόμενες διαστάσεις.

Η αξιολόγηση της προσαρμογής του μοντέλου δεν πρέπει να βασίζεται σε έναν μόνο δείκτη. Συνήθως εξετάζονται συνδυαστικά δείκτες όπως ο Comparative Fit Index, ο Tucker–Lewis Index, το Root Mean Square Error of Approximation και το Standardized Root Mean Square Residual.

Στατιστική ανάλυση των δεδομένων

Η στατιστική επεξεργασία μπορεί να ξεκινήσει με τον έλεγχο της πληρότητας των δεδομένων, των ελλειπουσών τιμών και της κατανομής των απαντήσεων. Ακολουθεί η παρουσίαση περιγραφικών στατιστικών, όπως ο μέσος όρος, η τυπική απόκλιση, η διάμεσος, το εύρος και οι συχνότητες των απαντήσεων για κάθε στοιχείο.

Η εσωτερική συνέπεια μπορεί να αξιολογηθεί με τον συντελεστή Cronbach’s α ή με τον συντελεστή McDonald’s ω. Είναι επίσης χρήσιμο να εξετάζονται οι διορθωμένες συσχετίσεις κάθε στοιχείου με τη συνολική βαθμολογία της αντίστοιχης υποκλίμακας.

Για τη σύγκριση των βαθμολογιών μεταξύ ομάδων μπορούν να χρησιμοποιηθούν παραμετρικές ή μη παραμετρικές μέθοδοι, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των δεδομένων. Η σχέση της ADHD-18 με μεταβλητές όπως η ηλικία, η σχολική επίδοση, οι δυσκολίες ύπνου ή η συναισθηματική λειτουργικότητα μπορεί να διερευνηθεί με αναλύσεις συσχέτισης και μοντέλα παλινδρόμησης.

Όταν υπάρχουν αξιολογήσεις από γονείς και εκπαιδευτικούς, είναι σημαντικό να εξετάζεται ο βαθμός συμφωνίας μεταξύ των δύο πηγών. Η περιορισμένη συμφωνία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μία αξιολόγηση είναι λανθασμένη, καθώς η συμπεριφορά του παιδιού ενδέχεται να διαφοροποιείται σημαντικά ανάμεσα στο σπίτι και στο σχολικό περιβάλλον.

Κλινική και ερευνητική ερμηνεία

Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων πρέπει να είναι πολυπαραγοντική. Παρόμοιες συμπεριφορές μπορεί να εμφανίζονται λόγω μαθησιακών δυσκολιών, άγχους, διαταραχών διάθεσης, προβλημάτων ύπνου, οικογενειακών μεταβολών ή άλλων νευροαναπτυξιακών και ψυχοκοινωνικών παραγόντων.

Για τον λόγο αυτό, η ADHD-18 πρέπει να εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία αξιολόγησης, η οποία περιλαμβάνει αναπτυξιακό και οικογενειακό ιστορικό, συνεντεύξεις, πληροφορίες από το σχολείο, παρατήρηση της συμπεριφοράς και, όπου χρειάζεται, πρόσθετες ψυχομετρικές δοκιμασίες.

Η κλίμακα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την απόδοση ετικετών ούτε να ερμηνεύεται αποκομμένα από το περιβάλλον του παιδιού. Η υπεύθυνη αξιοποίησή της μπορεί να συμβάλει στον έγκαιρο εντοπισμό δυσκολιών και στον σχεδιασμό κατάλληλης υποστήριξης.

Συμπεράσματα

Η ADHD-18 αποτελεί ένα σύντομο και πρακτικό εργαλείο αξιολόγησης των συμπτωμάτων απροσεξίας, υπερκινητικότητας και παρορμητικότητας σε παιδιά και εφήβους. Η σαφής δομή των 18 στοιχείων, η δυνατότητα διάκρισης δύο βασικών υποκλιμάκων και οι ικανοποιητικές ψυχομετρικές ιδιότητες ενισχύουν τη χρησιμότητά της σε ερευνητικά, εκπαιδευτικά και κλινικά πλαίσια.

Η εφαρμογή της πρέπει να πραγματοποιείται με επιστημονική προσοχή, κατάλληλη στατιστική τεκμηρίωση και σεβασμό στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε παιδιού. Η βαθμολογία παρέχει μια ποσοτική ένδειξη της συχνότητας των συμπτωμάτων, αλλά η διάγνωση απαιτεί σύνθεση πολλαπλών πηγών πληροφόρησης και αξιολόγηση από εξειδικευμένο επαγγελματία.

Βιβλιογραφία

Chang, Y. C., & Tzang, R. F. (2021). Proposing and validating the diagnosis scale for Internet Gaming Disorder in Taiwanese ADHD adolescents: Likert scale method based on the DSM-5. International Journal of Environmental Research and Public Health, 18(4), 1492.

DuPaul, G. J., Power, T. J., Anastopoulos, A. D., & Reid, R. (1998). ADHD Rating Scale–IV: Checklists, norms, and clinical interpretation. Guilford Press.