Κλίμακα Επιθετικότητας προς τους Γονείς και Αξιολόγησης Συμπεριφορών Υψηλού Κινδύνου
Εισαγωγή
Η επιθετικότητα των εφήβων και των νεαρών ατόμων προς τους γονείς αποτελεί ένα σύνθετο οικογενειακό και κοινωνικό φαινόμενο. Μπορεί να εκδηλώνεται μέσα από λεκτικές προσβολές, απειλές, εκφοβισμό, καταστροφή αντικειμένων, οικονομική πίεση ή σωματική βία. Οι συμπεριφορές αυτές δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως μεμονωμένες συγκρούσεις της εφηβείας, ιδιαίτερα όταν παρουσιάζουν συχνότητα, ένταση ή κλιμάκωση.
Το Aggression Towards Parents–High Risk Behavior Assessment (ATP-9) είναι ένα σύντομο ψυχομετρικό εργαλείο αυτοαναφοράς, το οποίο έχει σχεδιαστεί για την αξιολόγηση της επιθετικής συμπεριφοράς των νέων προς τους γονείς τους και τη διερεύνηση της σχέσης της με άλλες συμπεριφορές υψηλού κινδύνου. Αποτελείται από εννέα ερωτήσεις που εξετάζουν την ένταση, τη συχνότητα και το είδος των επιθετικών πράξεων προς τους γονείς.
Η σύντομη μορφή του εργαλείου διευκολύνει τη χρήση του σε ερευνητικά, εκπαιδευτικά, κοινωνικά και συμβουλευτικά πλαίσια. Ωστόσο, η ATP-9 δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως αυτόνομο διαγνωστικό μέσο ή ως αποκλειστική βάση για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την ασφάλεια ενός παιδιού ή μιας οικογένειας.
Επιθετικότητα προς τους γονείς
Η επιθετικότητα προς τους γονείς περιλαμβάνει συμπεριφορές με τις οποίες ένας έφηβος ή νεαρός επιχειρεί να προκαλέσει φόβο, ψυχολογική πίεση, σωματικό πόνο ή έλεγχο σε έναν γονέα ή φροντιστή. Το φαινόμενο μπορεί να αφορά τη μητέρα, τον πατέρα ή άλλο πρόσωπο που ασκεί σταθερό γονεϊκό ρόλο.
Η λεκτική επιθετικότητα μπορεί να περιλαμβάνει έντονες προσβολές, ταπεινωτικές εκφράσεις, συστηματικές φωνές ή απειλές. Η ψυχολογική επιθετικότητα μπορεί να εκδηλώνεται μέσα από εκφοβισμό, χειριστικές συμπεριφορές, απειλή αυτοτραυματισμού με σκοπό τον έλεγχο του γονέα ή εκβιαστική απαίτηση χρημάτων και προνομίων.
Η επιθετικότητα προς αντικείμενα αφορά την καταστροφή επίπλων, ηλεκτρονικών συσκευών, προσωπικών αντικειμένων ή άλλων στοιχείων της οικίας. Ακόμη και όταν δεν υπάρχει άμεση σωματική επίθεση, η καταστροφή αντικειμένων μπορεί να λειτουργεί ως μέσο εκφοβισμού και επιβολής.
Η σωματική επιθετικότητα περιλαμβάνει συμπεριφορές όπως το σπρώξιμο, το χτύπημα, το κλώτσημα, η ρίψη αντικειμένων και η χρήση αντικειμένων ως όπλων. Η συγκεκριμένη μορφή απαιτεί άμεση και προσεκτική αξιολόγηση της ασφάλειας όλων των μελών της οικογένειας.
Σκοπός του ATP-9
Βασικός σκοπός του ATP-9 είναι η αναγνώριση και η ποσοτική αποτύπωση προτύπων επιθετικότητας προς τους γονείς. Το εργαλείο επιδιώκει να αξιολογήσει τη συχνότητα και την ένταση των σχετικών συμπεριφορών, καθώς και να διερευνήσει τη σύνδεσή τους με άλλες μορφές επικίνδυνης ή παραβατικής συμπεριφοράς.
Μέσω της κλίμακας μπορεί να εξεταστεί η σχέση της επιθετικότητας με τη χρήση ουσιών, τις παραβατικές πράξεις, τη σχολική απομάκρυνση, την παρορμητικότητα, τη συναναστροφή με παραβατικές ομάδες και άλλους δείκτες ψυχοκοινωνικού κινδύνου.
Το αρχικό υλικό αναφέρει ότι το ATP-9 αποσκοπεί στον εντοπισμό ατόμων που ενδέχεται να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο και στην υποστήριξη του σχεδιασμού κατάλληλων παρεμβάσεων.
Η χρήση της κλίμακας μπορεί να συμβάλει στον έγκαιρο εντοπισμό της κλιμάκωσης της βίας. Δεν επιτρέπει, όμως, από μόνη της την πρόβλεψη μιας μελλοντικής βίαιης πράξης και δεν αντικαθιστά την κλινική συνέντευξη ή τη συστηματική αξιολόγηση κινδύνου.
Θεωρητικό υπόβαθρο
Η επιθετικότητα προς τους γονείς δεν αποδίδεται συνήθως σε έναν μόνο αιτιολογικό παράγοντα. Ερμηνεύεται μέσα από την αλληλεπίδραση ατομικών, οικογενειακών και κοινωνικών μεταβλητών.
Σύμφωνα με τη θεωρία της γενικής έντασης, η έκθεση σε αρνητικές εμπειρίες, απογοητεύσεις, συγκρούσεις και αντιλαμβανόμενη αδικία μπορεί να δημιουργεί έντονα αρνητικά συναισθήματα. Όταν το άτομο δεν διαθέτει αποτελεσματικούς μηχανισμούς διαχείρισης, μπορεί να αντιδράσει μέσα από επιθετική ή παραβατική συμπεριφορά.
Τα μοντέλα εξαναγκαστικής οικογενειακής αλληλεπίδρασης περιγράφουν κύκλους μέσα στους οποίους η επιθετική συμπεριφορά ενισχύεται ακούσια. Για παράδειγμα, ένας έφηβος μπορεί να χρησιμοποιεί φωνές ή απειλές και ο γονέας να υποχωρεί για να σταματήσει η σύγκρουση. Η προσωρινή υποχώρηση μπορεί να ενισχύσει τη χρήση της επιθετικότητας ως αποτελεσματικού μέσου επίτευξης στόχων.
Η γονεϊκή επίβλεψη, η ποιότητα της επικοινωνίας, η συνέπεια των ορίων, η οικογενειακή συνοχή και η έκθεση σε βία αποτελούν επίσης σημαντικούς παράγοντες. Οι παράγοντες αυτοί δεν λειτουργούν μεμονωμένα και η παρουσία τους δεν σημαίνει ότι ένας νέος θα αναπτύξει αναγκαστικά επιθετική συμπεριφορά.
Παράγοντες κινδύνου
Οι ατομικοί παράγοντες μπορεί να περιλαμβάνουν την παρορμητικότητα, τη δυσκολία ρύθμισης του θυμού, τη χαμηλή ανοχή στη ματαίωση, την αναζήτηση έντονων εμπειριών και την περιορισμένη ικανότητα επίλυσης συγκρούσεων.
Προβλήματα συμπεριφοράς, παραβατικές πράξεις, συστηματική χρήση ουσιών και έντονη σχολική απομάκρυνση μπορεί επίσης να συνυπάρχουν με την επιθετικότητα προς τους γονείς. Η συνύπαρξη δεν αποδεικνύει ότι μία συμπεριφορά προκαλεί την άλλη, αλλά υποδεικνύει την ανάγκη ευρύτερης ψυχοκοινωνικής αξιολόγησης.
Οι οικογενειακοί παράγοντες μπορεί να περιλαμβάνουν τη χρόνια σύγκρουση, την ασυνεπή επιβολή ορίων, τη χαμηλή συνοχή, την ενδοοικογενειακή βία, την υπερβολικά τιμωρητική διαπαιδαγώγηση ή τη δυσκολία των γονέων να διαχειριστούν τη συμπεριφορά του παιδιού.
Σε κοινωνικό επίπεδο, η επαφή με παραβατικές ομάδες συνομηλίκων, η έκθεση σε βίαιες συμπεριφορές, οι οικονομικές δυσκολίες και ο κοινωνικός αποκλεισμός μπορεί να αυξάνουν την ευαλωτότητα. Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων πρέπει να εξετάζει το σύνολο αυτών των συνθηκών.
Προστατευτικοί παράγοντες
Η παρουσία παραγόντων κινδύνου δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην ανάπτυξη επιθετικότητας. Η θετική σχέση με τουλάχιστον έναν σταθερό ενήλικα, η σαφής και συνεπής οριοθέτηση και η δυνατότητα ανοιχτής επικοινωνίας μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά.
Η συναισθηματική ρύθμιση, η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων, η σχολική σύνδεση και η συμμετοχή σε οργανωμένες κοινωνικές δραστηριότητες μπορεί επίσης να περιορίζουν τον κίνδυνο κλιμάκωσης.
Η αξιολόγηση είναι σημαντικό να μην εστιάζει αποκλειστικά στις προβληματικές συμπεριφορές. Η καταγραφή των διαθέσιμων πηγών υποστήριξης και των θετικών δεξιοτήτων διευκολύνει τον σχεδιασμό περισσότερο αποτελεσματικών και εξατομικευμένων παρεμβάσεων.
Δομή και χορήγηση
Το ATP-9 αποτελείται από εννέα ερωτήσεις που αξιολογούν διαφορετικές εκφράσεις επιθετικότητας προς τους γονείς. Οι ερωτήσεις μπορεί να αφορούν τη λεκτική, την ψυχολογική ή τη σωματική επιθετικότητα, καθώς και συμπεριφορές που προκαλούν φόβο ή απειλούν την ασφάλεια της οικογένειας.
Οι συμμετέχοντες καλούνται να δηλώσουν πόσο συχνά έχουν εκδηλώσει τις συγκεκριμένες συμπεριφορές μέσα σε ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα. Το χρονικό πλαίσιο πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια, ώστε οι απαντήσεις των συμμετεχόντων να είναι συγκρίσιμες.
Η χορήγηση μπορεί να πραγματοποιηθεί σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή. Σε έρευνες με ανηλίκους απαιτείται κατάλληλη διαδικασία γονικής συναίνεσης και συγκατάθεσης του παιδιού, σύμφωνα με το ερευνητικό πρωτόκολλο και τις ισχύουσες δεοντολογικές απαιτήσεις.
Η συμπλήρωση πρέπει να πραγματοποιείται σε ασφαλές και ιδιωτικό περιβάλλον. Η παρουσία γονέα κατά τη χορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε υποαναφορά ή αλλοίωση των απαντήσεων.
Βαθμολόγηση
Το ATP-9 χρησιμοποιεί πενταβάθμια κλίμακα τύπου Likert, με επιλογές που εκτείνονται από το «Ποτέ» έως το «Πολύ συχνά». Οι απαντήσεις συνδυάζονται για τον υπολογισμό μιας συνολικής ένδειξης της επιθετικής συμπεριφοράς προς τους γονείς.
Η βαθμολογία μπορεί να υπολογίζεται με την άθροιση ή τον μέσο όρο των απαντήσεων. Υψηλότερες τιμές υποδηλώνουν συχνότερη ή εντονότερη εκδήλωση των συμπεριφορών που περιλαμβάνονται στην κλίμακα.
Πριν από τον υπολογισμό πρέπει να ελέγχεται εάν υπάρχουν αντίστροφα διατυπωμένες ερωτήσεις. Η ανακωδικοποίηση πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες της έκδοσης που χρησιμοποιείται.
Εάν η παραγοντική δομή υποστηρίζει διακριτές μορφές επιθετικότητας, μπορούν να υπολογιστούν χωριστές βαθμολογίες για τη λεκτική, την ψυχολογική ή τη σωματική επιθετικότητα. Με εννέα μόνο ερωτήσεις, όμως, η δημιουργία πολλών υποκλιμάκων μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλή αξιοπιστία και απαιτεί εμπειρική τεκμηρίωση.
Δεν πρέπει να καθορίζονται αυθαίρετα όρια χαμηλού, μέτριου ή υψηλού κινδύνου χωρίς δεδομένα στάθμισης ή τεκμηριωμένες τιμές αναφοράς. Μία μεμονωμένη σοβαρή πράξη μπορεί να έχει μεγαλύτερη κλινική σημασία από μια υψηλή συνολική βαθμολογία που προκύπτει από συχνότερες αλλά λιγότερο σοβαρές συμπεριφορές.
Ερμηνεία των αποτελεσμάτων
Η συνολική βαθμολογία παρέχει μια συνοπτική εικόνα της συχνότητας της επιθετικότητας, αλλά δεν αποτυπώνει πλήρως τη σοβαρότητα κάθε περιστατικού. Για τον λόγο αυτό, η ερμηνεία πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις απαντήσεις σε κάθε ερώτηση ξεχωριστά.
Πρέπει επίσης να εξετάζονται το πρόσωπο προς το οποίο κατευθύνεται η επιθετικότητα, το πλαίσιο εμφάνισης, οι συνέπειες για τον γονέα, η χρήση αντικειμένων και η παρουσία απειλών.
Η επιθετικότητα μπορεί να εμφανίζεται αποκλειστικά στο οικογενειακό πλαίσιο ή να αποτελεί μέρος ενός γενικότερου προτύπου παραβατικής και αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική για τον σχεδιασμό της παρέμβασης.
Το ATP-9 δεν παρέχει κλινική διάγνωση και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάγνωση διαταραχής διαγωγής ή άλλης ψυχικής διαταραχής. Αποτελεί δείκτη συμπεριφορικής συχνότητας και όχι διαγνωστικό κριτήριο.
Αξιολόγηση της άμεσης επικινδυνότητας
Η βαθμολογία του ATP-9 δεν αρκεί για την αξιολόγηση της άμεσης επικινδυνότητας. Όταν αναφέρονται σοβαρές απειλές, χρήση όπλου, στραγγαλισμός, τραυματισμός ή ταχεία κλιμάκωση της βίας, απαιτείται άμεση αξιολόγηση από κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία.
Η αξιολόγηση πρέπει να εξετάζει εάν υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο επίθεσης, πρόσβαση σε όπλα ή επικίνδυνα αντικείμενα, χρήση ουσιών, προηγούμενα σοβαρά περιστατικά και φόβος του γονέα για επικείμενη βλάβη.
Η διαδικασία πρέπει να συνοδεύεται από σαφές σχέδιο ασφάλειας. Η προστασία των μελών της οικογένειας προηγείται της ολοκλήρωσης της ψυχομετρικής αξιολόγησης.
Αξιοπιστία
Η αξιοπιστία της κλίμακας μπορεί να διερευνηθεί αρχικά μέσω του συντελεστή Cronbach’s α. Επειδή το ATP-9 περιλαμβάνει μόνο εννέα ερωτήσεις, ο αριθμός των στοιχείων μπορεί να επηρεάζει το μέγεθος του συντελεστή.
Συμπληρωματικά μπορεί να υπολογιστεί ο συντελεστής McDonald’s ω, ο οποίος βασίζεται στις παραγοντικές φορτίσεις και μπορεί να προσφέρει περισσότερο κατάλληλη εκτίμηση όταν τα στοιχεία δεν έχουν ισοδύναμη συνεισφορά στην κατασκευή.
Οι διορθωμένες συσχετίσεις κάθε ερωτήματος με τη συνολική βαθμολογία μπορούν να δείξουν εάν οι επιμέρους ερωτήσεις λειτουργούν με συνεπή τρόπο. Χαμηλή συσχέτιση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένα στοιχείο πρέπει να αφαιρεθεί, ιδιαίτερα όταν αφορά μια σπάνια αλλά σοβαρή μορφή επιθετικότητας.
Η αξιοπιστία επαναληπτικών μετρήσεων μπορεί να εξεταστεί με επαναχορήγηση του εργαλείου. Ωστόσο, η επιθετική συμπεριφορά μπορεί να μεταβάλλεται γρήγορα λόγω οικογενειακών γεγονότων, χρήσης ουσιών ή εφαρμογής μιας παρέμβασης.
Εγκυρότητα κατασκευής
Η εγκυρότητα κατασκευής αφορά τον βαθμό στον οποίο το ATP-9 μετρά πραγματικά την επιθετικότητα προς τους γονείς και όχι τη γενική εφηβική σύγκρουση ή την περιστασιακή διαφωνία.
Η διερευνητική παραγοντική ανάλυση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξέταση της εσωτερικής δομής. Επειδή οι απαντήσεις είναι διατακτικές και πιθανόν να παρουσιάζουν έντονη ασυμμετρία, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούνται πολυχορικές συσχετίσεις και μέθοδοι εκτίμησης κατάλληλες για κατηγορικά δεδομένα.
Η επιβεβαιωτική παραγοντική ανάλυση μπορεί να εξετάσει εάν τα δεδομένα υποστηρίζουν ένα μονοπαραγοντικό μοντέλο γενικής επιθετικότητας ή ένα μοντέλο με διακριτές αλλά συσχετιζόμενες μορφές επιθετικότητας.
Η εγκυρότητα συγκλίνουσας μορφής μπορεί να εξεταστεί μέσω της σχέσης του ATP-9 με κλίμακες εφηβικής επιθετικότητας, προβλημάτων διαγωγής, παρορμητικότητας και οικογενειακής σύγκρουσης.
Η διακριτή εγκυρότητα απαιτεί να επιβεβαιωθεί ότι η κλίμακα δεν ταυτίζεται με διαφορετικές έννοιες, όπως η γενική συναισθηματική δυσφορία, η χαμηλή σχολική επίδοση ή η απλή διαφωνία με τους γονεϊκούς κανόνες.
Εγκυρότητα κριτηρίου
Η εγκυρότητα κριτηρίου μπορεί να εξεταστεί συγκρίνοντας τις βαθμολογίες με εξωτερικούς δείκτες, όπως αναφορές γονέων, κλινικές συνεντεύξεις, σχολικά αρχεία ή καταγεγραμμένα περιστατικά βίας.
Η συμφωνία ανάμεσα στην αυτοαναφορά του νέου και στην αναφορά του γονέα μπορεί να είναι περιορισμένη. Η χαμηλή συμφωνία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μία πηγή είναι λανθασμένη. Ο κάθε πληροφοριοδότης μπορεί να αντιλαμβάνεται και να αναφέρει διαφορετικές πτυχές της συμπεριφοράς.
Η προγνωστική εγκυρότητα μπορεί να διερευνηθεί σε διαχρονικές μελέτες, εξετάζοντας εάν οι αρχικές βαθμολογίες προβλέπουν μελλοντική κλιμάκωση, υποτροπή ή εμφάνιση άλλων συμπεριφορών υψηλού κινδύνου.
Στατιστική ανάλυση
Η ανάλυση των δεδομένων αρχίζει με τον έλεγχο των ελλιπών τιμών, της κατανομής των απαντήσεων και της συχνότητας κάθε συμπεριφοράς. Σε δείγματα γενικού πληθυσμού είναι πιθανό πολλές ερωτήσεις να παρουσιάζουν μεγάλο ποσοστό απαντήσεων «Ποτέ».
Για κάθε ερώτηση μπορούν να υπολογιστούν συχνότητες, ποσοστά, διάμεσος και ενδοτεταρτημοριακό εύρος. Ο μέσος όρος και η τυπική απόκλιση μπορούν επίσης να παρουσιαστούν, αλλά πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή όταν η κατανομή είναι έντονα ασύμμετρη.
Οι σχέσεις με άλλες μεταβλητές μπορούν να εξεταστούν μέσω των συντελεστών Pearson ή Spearman, ανάλογα με την κατανομή και το επίπεδο μέτρησης. Το αρχικό υλικό προτείνει τη χρήση συσχετίσεων και παλινδρόμησης για τη διερεύνηση των παραγόντων που συνδέονται με την επιθετικότητα και τις συμπεριφορές υψηλού κινδύνου.
Για τη σύγκριση δύο ομάδων μπορούν να χρησιμοποιηθούν έλεγχος t ή Mann–Whitney. Για περισσότερες ομάδες μπορούν να εφαρμοστούν ανάλυση διακύμανσης ή έλεγχος Kruskal–Wallis.
Η πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν η συνολική βαθμολογία παρουσιάζει κατάλληλη κατανομή. Εάν η εξαρτημένη μεταβλητή είναι ο αριθμός περιστατικών, μπορεί να είναι καταλληλότερο ένα μοντέλο Poisson ή αρνητικής διωνυμικής παλινδρόμησης.
Όταν το αποτέλεσμα διακρίνεται σε παρουσία ή απουσία σοβαρής επιθετικότητας, μπορεί να εφαρμοστεί λογιστική παλινδρόμηση. Σε όλες τις αναλύσεις πρέπει να αναφέρονται συντελεστές επίδρασης, διαστήματα εμπιστοσύνης και όχι μόνο οι τιμές στατιστικής σημαντικότητας.
Σχέση με συμπεριφορές υψηλού κινδύνου
Η χρήση ουσιών μπορεί να συνδέεται με αυξημένη παρορμητικότητα, μειωμένο αυτοέλεγχο και μεγαλύτερη ένταση οικογενειακών συγκρούσεων. Ωστόσο, η σχέση μπορεί να είναι αμφίδρομη και να επηρεάζεται από κοινούς παράγοντες κινδύνου.
Η παραβατική συμπεριφορά εκτός οικογένειας μπορεί να υποδηλώνει ένα ευρύτερο πρότυπο προβλημάτων συμπεριφοράς. Αντίθετα, ορισμένοι νέοι μπορεί να εκδηλώνουν επιθετικότητα αποκλειστικά προς τους γονείς και να παρουσιάζουν διαφορετική συμπεριφορά στο σχολείο ή στο κοινωνικό περιβάλλον.
Η σχολική εγκατάλειψη, οι συχνές απουσίες και η χαμηλή ακαδημαϊκή δέσμευση μπορεί να συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο. Η ερμηνεία χρειάζεται να εξετάζει εάν οι σχολικές δυσκολίες προηγούνται της επιθετικότητας ή αποτελούν συνέπεια ενός γενικότερου προβλήματος προσαρμογής.
Πολιτισμική και γλωσσική προσαρμογή
Η χρήση του ATP-9 σε διαφορετικό γλωσσικό ή πολιτισμικό πλαίσιο απαιτεί οργανωμένη διαδικασία μετάφρασης και προσαρμογής. Οι αντιλήψεις για τη γονεϊκή εξουσία, τη σύγκρουση και την αποδεκτή έκφραση θυμού διαφέρουν μεταξύ κοινωνικών ομάδων.
Η διαδικασία μπορεί να περιλαμβάνει ανεξάρτητες μεταφράσεις, σύνθεση των μεταφρασμένων εκδοχών, αντίστροφη μετάφραση, αξιολόγηση από ειδικούς και γνωστικές συνεντεύξεις με άτομα του πληθυσμού-στόχου.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη διατύπωση των συμπεριφορών, ώστε να αποφεύγεται η ασάφεια μεταξύ σοβαρής επιθετικότητας και συνηθισμένης οικογενειακής διαφωνίας.
Μετά την προσαρμογή απαιτείται πιλοτική εφαρμογή και νέα αξιολόγηση της αξιοπιστίας, της παραγοντικής δομής και της εγκυρότητας. Οι ψυχομετρικές ιδιότητες δεν μεταφέρονται αυτομάτως από τη μία γλώσσα ή κοινωνική ομάδα στην άλλη.
Ερευνητικές και πρακτικές εφαρμογές
Το ATP-9 μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε έρευνες για την εφηβική επιθετικότητα, την ενδοοικογενειακή βία, την παραβατικότητα και τη χρήση ουσιών.
Σε εκπαιδευτικά πλαίσια μπορεί να ενταχθεί σε ευρύτερα ερευνητικά πρωτόκολλα για την εξέταση της σχέσης μεταξύ σχολικής απομάκρυνσης, προβλημάτων συμπεριφοράς και οικογενειακής σύγκρουσης.
Σε κοινωνικές υπηρεσίες και υπηρεσίες ψυχικής υγείας μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αρχικό εργαλείο διαλογής, με την προϋπόθεση ότι ακολουθείται από συνέντευξη και ολοκληρωμένη αξιολόγηση.
Μπορεί επίσης να χορηγηθεί πριν και μετά από οικογενειακές ή ψυχοεκπαιδευτικές παρεμβάσεις, ώστε να εξεταστεί η μεταβολή της συχνότητας των επιθετικών συμπεριφορών. Η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας πρέπει να περιλαμβάνει μέγεθος επίδρασης και όχι μόνο στατιστική σημαντικότητα.
Δεοντολογικά ζητήματα
Η αξιολόγηση επιθετικών πράξεων προς τους γονείς περιλαμβάνει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Πρέπει να εξασφαλίζονται η εμπιστευτικότητα, η προστασία των δεδομένων και η σαφής ενημέρωση των συμμετεχόντων.
Όταν η έρευνα αφορά ανηλίκους, οι διαδικασίες συναίνεσης πρέπει να σχεδιάζονται προσεκτικά. Είναι επίσης απαραίτητο να καθορίζεται εκ των προτέρων η διαδικασία που θα ακολουθηθεί εάν αναφερθεί άμεσος κίνδυνος σοβαρής βλάβης.
Οι ερευνητές και οι επαγγελματίες πρέπει να ενημερώνουν τους συμμετέχοντες ότι η εμπιστευτικότητα ενδέχεται να περιορίζεται όταν υπάρχει σοβαρός και άμεσος κίνδυνος για το ίδιο το άτομο ή για τρίτους, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Περιορισμοί
Το ATP-9 βασίζεται σε αυτοαναφορά και μπορεί να επηρεάζεται από φόβο συνεπειών, κοινωνικά επιθυμητή απόκριση ή δυσκολία ανάκλησης των περιστατικών. Οι σοβαρότερες πράξεις είναι πιθανό να υποαναφέρονται.
Η σύντομη μορφή διευκολύνει τη χορήγηση, αλλά περιορίζει το εύρος των πληροφοριών. Η κλίμακα μπορεί να μην αποτυπώνει επαρκώς το κίνητρο, το πλαίσιο, τη διάρκεια και τις συνέπειες κάθε περιστατικού.
Οι συνολικές βαθμολογίες ενδέχεται να συγκαλύπτουν σημαντικές διαφορές. Δύο άτομα μπορεί να έχουν παρόμοια συνολική βαθμολογία, ενώ το ένα αναφέρει συχνές λεκτικές συγκρούσεις και το άλλο μία σπάνια αλλά σοβαρή σωματική επίθεση.
Η ATP-9 δεν πρέπει να χρησιμοποιείται απομονωμένα. Η ολοκληρωμένη αξιολόγηση χρειάζεται να περιλαμβάνει πολλαπλές πηγές πληροφόρησης, κλινική συνέντευξη και άμεση εξέταση της ασφάλειας.
Συμπεράσματα
Το Aggression Towards Parents–High Risk Behavior Assessment αποτελεί ένα σύντομο εργαλείο για την αξιολόγηση της επιθετικότητας των νέων προς τους γονείς και τη διερεύνηση της σχέσης της με συμπεριφορές υψηλού κινδύνου.
Η κλίμακα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ερευνητικούς σκοπούς, για αρχική ανίχνευση συμπεριφορικών προβλημάτων και για την αξιολόγηση της μεταβολής έπειτα από παρέμβαση. Δεν αποτελεί, όμως, αυτόνομο διαγνωστικό εργαλείο ούτε ολοκληρωμένη μέθοδο αξιολόγησης επικινδυνότητας.
Η επιστημονικά τεκμηριωμένη εφαρμογή της απαιτεί έλεγχο της εσωτερικής συνέπειας με Cronbach’s α και McDonald’s ω, διερεύνηση της παραγοντικής δομής, αξιολόγηση της συγκλίνουσας και κριτηριακής εγκυρότητας και προσεκτική πολιτισμική προσαρμογή.
Η ερμηνεία πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τη συνολική βαθμολογία αλλά και τη σοβαρότητα των επιμέρους συμπεριφορών, το οικογενειακό πλαίσιο, τους παράγοντες κινδύνου και τις διαθέσιμες πηγές προστασίας. Όταν υπάρχει ένδειξη άμεσου κινδύνου, η διασφάλιση της σωματικής ακεραιότητας των μελών της οικογένειας αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα.
Βιβλιογραφία
Agnew, R. (1992). Foundation for a general strain theory of crime and delinquency. Criminology, 30(1), 47–87.
Frick, P. J., & Morris, A. S. (2004). Temperament and developmental pathways to conduct problems. Journal of Clinical Child and Adolescent Psychology, 33(1), 54–68.
Kerr, M., & Stattin, H. (2000). What parents know, how they know it, and several forms of adolescent adjustment: Further support for a reinterpretation of monitoring. Developmental Psychology, 36(3), 366–380.
Patterson, G. R., & Yoerger, K. (1997). A developmental model for late-onset delinquency. In D. W. Osgood (Ed.), Motivation and Delinquency: Advances in Criminological Theory (Vol. 7). Transaction Publishers.
Snyder, J., & Stoolmiller, M. (2002). Reinforcement and coercion mechanisms in the development of antisocial behavior: The family. In J. McCord (Ed.), Coercion and Punishment in Long-Term Perspectives. Cambridge University Press.