Τεστ Παράλογων Πεποιθήσεων
Εισαγωγή
Το Irrational Beliefs Test (IBT-100) ή Τεστ Παράλογων Πεποιθήσεων αποτελεί ένα ψυχομετρικό εργαλείο αυτοαναφοράς που σχεδιάστηκε για την αξιολόγηση δυσλειτουργικών και άκαμπτων πεποιθήσεων. Αναπτύχθηκε από τον Richard Garner Jones το 1968, στο πλαίσιο της διδακτορικής του διατριβής, με βάση τη θεωρία του Albert Ellis για την Ορθολογική-Συναισθηματική Θεραπεία, η οποία εξελίχθηκε αργότερα στην Ορθολογική-Συναισθηματική Συμπεριφορική Θεραπεία.
Η κλίμακα περιλαμβάνει 100 προτάσεις και αξιολογεί δέκα κατηγορίες παράλογων πεποιθήσεων. Κάθε κατηγορία αντιπροσωπεύεται από δέκα ερωτήματα, επιτρέποντας τόσο τον υπολογισμό συνολικής βαθμολογίας όσο και τη δημιουργία ενός αναλυτικότερου γνωστικού προφίλ.
Ο όρος «παράλογες πεποιθήσεις» δεν αναφέρεται σε χαμηλή νοημοσύνη ή σε αδυναμία λογικής σκέψης. Περιγράφει απόλυτες, ανελαστικές και μη ρεαλιστικές απαιτήσεις που το άτομο διατυπώνει για τον εαυτό του, τους άλλους ανθρώπους και τις συνθήκες της ζωής του. Οι πεποιθήσεις αυτές μπορούν να ενισχύσουν το άγχος, την ενοχή, τον θυμό, την απογοήτευση και άλλες μορφές συναισθηματικής δυσφορίας.
Θεωρητικό υπόβαθρο
Το IBT βασίζεται στη γνωστική θεωρία του Albert Ellis, σύμφωνα με την οποία οι συναισθηματικές και συμπεριφορικές αντιδράσεις δεν προκαλούνται αποκλειστικά από τα γεγονότα, αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο το άτομο τα αξιολογεί.
Στο γνωστό σχήμα ABC, το Α αντιπροσωπεύει το ενεργοποιητικό γεγονός, το Β τις πεποιθήσεις και τις ερμηνείες του ατόμου και το C τις συναισθηματικές και συμπεριφορικές συνέπειες. Η ίδια κατάσταση μπορεί επομένως να οδηγήσει σε διαφορετικές αντιδράσεις, ανάλογα με τις πεποιθήσεις που παρεμβάλλονται μεταξύ του γεγονότος και της αντίδρασης.
Οι παράλογες πεποιθήσεις χαρακτηρίζονται συχνά από απόλυτες απαιτήσεις, καταστροφοποίηση, περιορισμένη ανοχή στη ματαίωση και συνολική αρνητική αξιολόγηση του εαυτού ή των άλλων. Το IBT επιχειρεί να μετατρέψει αυτές τις θεωρητικές έννοιες σε μετρήσιμες ψυχολογικές διαστάσεις.
Σκοπός του IBT-100
Βασικός σκοπός του Irrational Beliefs Test είναι η εκτίμηση του βαθμού στον οποίο το άτομο υιοθετεί άκαμπτους και δυσλειτουργικούς τρόπους σκέψης.
Η κλίμακα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διερεύνηση της σχέσης των παράλογων πεποιθήσεων με την κατάθλιψη, το άγχος, την αυτοεκτίμηση, την επιθετικότητα, τη διεκδικητικότητα, την επαγγελματική εξουθένωση και τη γενικότερη ψυχολογική προσαρμογή. Μελέτες έχουν δείξει συσχετίσεις της συνολικής βαθμολογίας και ορισμένων υποκλιμάκων με εξωτερικό τόπο ελέγχου, αρνητικές γνωστικές προσδοκίες, χαμηλή διεκδικητικότητα και καταθλιπτική συμπτωματολογία.
Το εργαλείο μπορεί επίσης να αξιοποιηθεί πριν και μετά από γνωστικές ή ορθολογικο-συναισθηματικές παρεμβάσεις, ώστε να εξεταστεί εάν παρατηρείται μεταβολή στην ένταση των δυσλειτουργικών πεποιθήσεων. Δεν αποτελεί, ωστόσο, αυτόνομο διαγνωστικό εργαλείο ψυχικών διαταραχών.
Δομή της κλίμακας
Το IBT-100 περιλαμβάνει 100 προτάσεις, οι οποίες κατανέμονται σε δέκα θεωρητικές υποκλίμακες. Κάθε υποκλίμακα αντιστοιχεί σε μία από τις βασικές κατηγορίες παράλογων πεποιθήσεων που περιγράφηκαν στο θεωρητικό σύστημα του Ellis.
Ανάγκη αποδοχής
Η διάσταση της ανάγκης αποδοχής εξετάζει την πεποίθηση ότι το άτομο πρέπει να αγαπάται, να εγκρίνεται και να γίνεται αποδεκτό από όλους τους σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή του.
Υψηλή βαθμολογία μπορεί να υποδηλώνει υπερβολική εξάρτηση της αυτοεκτίμησης από τις απόψεις των άλλων, έντονο φόβο απόρριψης και δυσκολία έκφρασης διαφορετικών απόψεων.
Υπερβολικές προσδοκίες από τον εαυτό
Η υποκλίμακα των υψηλών προσωπικών προσδοκιών αξιολογεί την πεποίθηση ότι το άτομο πρέπει να είναι απολύτως ικανό, επιτυχημένο και αποτελεσματικό σε κάθε δραστηριότητα, προκειμένου να θεωρεί ότι έχει προσωπική αξία.
Η διάσταση αυτή συνδέεται με τελειοθηρικές απαιτήσεις, φόβο αποτυχίας και τάση συνολικής αυτοϋποτίμησης όταν δεν επιτυγχάνονται οι επιθυμητοί στόχοι.
Τάση επίρριψης ευθυνών
Η τάση επίρριψης ευθυνών αφορά την άποψη ότι οι άνθρωποι που συμπεριφέρονται λανθασμένα είναι συνολικά κακοί ή ανάξιοι και πρέπει να κατηγορούνται ή να τιμωρούνται αυστηρά.
Υψηλές βαθμολογίες μπορεί να συνδέονται με άκαμπτες ηθικές κρίσεις, θυμό, εχθρότητα και δυσκολία διαχωρισμού μιας αρνητικής συμπεριφοράς από τη συνολική αξία του ατόμου.
Αντιδραστικότητα στη ματαίωση
Η αντιδραστικότητα στη ματαίωση εκφράζει την πεποίθηση ότι είναι τρομερό, καταστροφικό ή ανυπόφορο όταν τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως θα επιθυμούσε το άτομο.
Η διάσταση σχετίζεται με την καταστροφοποίηση και τη χαμηλή ανοχή στην απογοήτευση. Το άτομο μπορεί να αντιμετωπίζει μια δυσκολία όχι απλώς ως ανεπιθύμητη, αλλά ως κατάσταση που δεν μπορεί να υπομείνει.
Συναισθηματική ανευθυνότητα
Η συναισθηματική ανευθυνότητα αφορά την πεποίθηση ότι η δυστυχία και η συναισθηματική αναστάτωση προκαλούνται αποκλειστικά από εξωτερικά γεγονότα και ότι το άτομο έχει ελάχιστη δυνατότητα ελέγχου των αντιδράσεών του.
Υψηλή βαθμολογία μπορεί να υποδηλώνει περιορισμένη αναγνώριση του ρόλου των προσωπικών ερμηνειών και πεποιθήσεων στη διαμόρφωση των συναισθημάτων.
Υπερβολική ανησυχία
Η διάσταση της υπερβολικής ανησυχίας εξετάζει την πεποίθηση ότι, όταν κάτι είναι ή ενδέχεται να γίνει επικίνδυνο, το άτομο πρέπει να ανησυχεί έντονα και να σκέφτεται συνεχώς την πιθανότητα αρνητικής έκβασης.
Η πεποίθηση αυτή μπορεί να συνδέεται με υπερεκτίμηση της απειλής, δυσκολία ανοχής της αβεβαιότητας και διαρκή γνωστική ενασχόληση με μελλοντικούς κινδύνους.
Αποφυγή προβλημάτων
Η αποφυγή προβλημάτων αφορά την πεποίθηση ότι είναι ευκολότερο και προτιμότερο να αποφεύγονται οι δυσκολίες, οι ευθύνες και οι απαιτητικές αποφάσεις παρά να αντιμετωπίζονται άμεσα.
Υψηλή βαθμολογία μπορεί να αντανακλά αναβλητικότητα, παθητικότητα ή συστηματική αποφυγή καταστάσεων που προκαλούν προσωρινή δυσφορία.
Εξάρτηση
Η υποκλίμακα της εξάρτησης αξιολογεί την πεποίθηση ότι το άτομο πρέπει να βασίζεται σε ισχυρότερους ή ικανότερους ανθρώπους και ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά τη ζωή του χωρίς συνεχή βοήθεια και καθοδήγηση.
Η διάσταση δεν αφορά τη φυσιολογική αναζήτηση κοινωνικής υποστήριξης, αλλά την άκαμπτη αντίληψη ότι η προσωπική λειτουργία είναι αδύνατη χωρίς την παρουσία ενός ισχυρότερου προσώπου.
Αδυναμία αλλαγής
Η αδυναμία αλλαγής εκφράζει την πεποίθηση ότι το παρελθόν καθορίζει οριστικά τη σημερινή συμπεριφορά και ότι ένα άτομο δεν μπορεί ουσιαστικά να αλλάξει επειδή επηρεάστηκε έντονα από προηγούμενες εμπειρίες.
Υψηλές βαθμολογίες μπορεί να συνδέονται με μοιρολατρική στάση, μειωμένη αντίληψη προσωπικής αποτελεσματικότητας και περιορισμένη πίστη στη δυνατότητα ψυχολογικής εξέλιξης.
Τελειοθηρία
Η τελειοθηρία αφορά την πεποίθηση ότι υπάρχει πάντοτε μία απολύτως σωστή, ακριβής και τέλεια λύση για κάθε πρόβλημα και ότι είναι καταστροφικό να μην εντοπιστεί αυτή η λύση.
Η διάσταση συνδέεται με άκαμπτη σκέψη, δυσκολία λήψης αποφάσεων, υπερβολική ανάγκη βεβαιότητας και μη ρεαλιστικά πρότυπα επίδοσης. Οι δέκα αυτές κατηγορίες αποτελούν τον βασικό υποκλιμακικό σχεδιασμό του IBT.
Χορήγηση
Το IBT-100 αποτελεί εργαλείο αυτοαναφοράς και έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως σε εφήβους μεγαλύτερης ηλικίας και ενήλικες, σε φοιτητικούς, κοινοτικούς και κλινικούς πληθυσμούς.
Ο συμμετέχων καλείται να δηλώσει τον βαθμό συμφωνίας ή διαφωνίας του με καθεμία από τις 100 προτάσεις. Η ακριβής μορφή της κλίμακας απαντήσεων και η κατεύθυνση της βαθμολόγησης πρέπει να ελέγχονται στο εγχειρίδιο ή στην προσαρμοσμένη έκδοση που χρησιμοποιείται.
Η χορήγηση απαιτεί συνήθως περισσότερο χρόνο σε σύγκριση με νεότερα και συντομότερα εργαλεία παράλογων πεποιθήσεων. Η μεγάλη έκταση της κλίμακας μπορεί να αυξήσει την κόπωση των συμμετεχόντων και τον κίνδυνο επιφανειακών ή μη ολοκληρωμένων απαντήσεων.
Βαθμολόγηση και ερμηνεία
Για κάθε υποκλίμακα υπολογίζεται η βαθμολογία των δέκα αντίστοιχων προτάσεων, αφού προηγουμένως ανακωδικοποιηθούν τα στοιχεία που είναι διατυπωμένα προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Η συνολική βαθμολογία προκύπτει από τον συνδυασμό των 100 απαντήσεων. Υψηλότερες τιμές υποδηλώνουν ισχυρότερη αποδοχή παράλογων ή δυσλειτουργικών πεποιθήσεων, εφόσον έχει ακολουθηθεί η προβλεπόμενη κωδικοποίηση.
Η συνολική βαθμολογία αποτυπώνει μια γενικότερη τάση προς άκαμπτη και μη λειτουργική σκέψη, ενώ οι επιμέρους υποκλίμακες δείχνουν το περιεχόμενο των πεποιθήσεων που εμφανίζεται εντονότερα.
Δεν συνιστάται η χρήση αυθαίρετων ορίων για την ταξινόμηση των συμμετεχόντων ως «λογικών» ή «παράλογων». Η ερμηνεία πρέπει να βασίζεται στη μορφή της κλίμακας, στα δεδομένα αναφοράς, στο ερευνητικό δείγμα και στο συνολικό ψυχολογικό πλαίσιο.
Αξιοπιστία και εγκυρότητα
Το IBT υπήρξε ένα από τα πρώτα ευρέως χρησιμοποιούμενα εργαλεία μέτρησης των πεποιθήσεων της θεωρίας του Ellis. Έρευνες έχουν προσφέρει ενδείξεις για τη σχέση των βαθμολογιών του με γνωστικές, συναισθηματικές και συμπεριφορικές μεταβλητές.
Ωστόσο, η αξιολόγηση των παράλογων πεποιθήσεων έχει παρουσιάσει διαχρονικά ψυχομετρικές δυσκολίες, όπως ασταθή παραγοντική δομή, περιορισμένη αξιοπιστία ορισμένων υποκλιμάκων και πιθανή επικάλυψη με τη γενική ψυχολογική δυσφορία ή τον νευρωτισμό. Οι δυσκολίες αυτές οδήγησαν στην ανάπτυξη νεότερων εργαλείων, όπως το Survey of Personal Beliefs, το οποίο στηρίζεται σε ένα μοντέλο πέντε βασικών κατηγοριών και ενός ανώτερου γενικού παράγοντα.
Κατά τη χρήση του IBT-100 σε νέο δείγμα συνιστάται να υπολογίζονται οι συντελεστές Cronbach’s α και McDonald’s ω για τη συνολική κλίμακα και για κάθε υποκλίμακα. Η χρονική σταθερότητα μπορεί να εξεταστεί με επαναληπτική χορήγηση και ενδοταξικό συντελεστή συσχέτισης.
Παραγοντική ανάλυση
Η αρχική δομή των δέκα υποκλιμάκων βασίζεται στις κατηγορίες παράλογων πεποιθήσεων της θεωρίας του Ellis και στην αρχική παραγοντική εργασία του Jones. Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι η ίδια ακριβώς δομή θα αναπαραχθεί σε κάθε γλωσσικό ή πολιτισμικό πλαίσιο.
Σε νέα προσαρμογή συνιστάται αρχικά η εφαρμογή Διερευνητικής Παραγοντικής Ανάλυσης με παράλληλη ανάλυση και λοξή περιστροφή, καθώς οι διαστάσεις των παράλογων πεποιθήσεων αναμένεται να συσχετίζονται.
Στη συνέχεια μπορεί να εφαρμοστεί Επιβεβαιωτική Παραγοντική Ανάλυση, εξετάζοντας μοντέλα δέκα συσχετιζόμενων παραγόντων, μοντέλο ανώτερου γενικού παράγοντα ή διπαραγοντικό μοντέλο. Η προσαρμογή πρέπει να αξιολογείται με δείκτες όπως CFI, TLI, RMSEA και SRMR.
Πολιτισμική προσαρμογή
Η απλή μετάφραση του IBT δεν επαρκεί για την επιστημονικά τεκμηριωμένη χρήση του σε διαφορετικό πληθυσμό. Απαιτούνται μετάφραση και αντίστροφη μετάφραση, αξιολόγηση του περιεχομένου από ειδικούς, γνωστικές συνεντεύξεις και πιλοτική εφαρμογή.
Μελέτη πολιτισμικής προσαρμογής της ινδονησιακής έκδοσης χρησιμοποίησε διαδοχικά στάδια μετάφρασης, αξιολόγησης εγκυρότητας περιεχομένου και διερεύνησης της διαστατικότητας του εργαλείου. Τα ευρήματα τέτοιων μελετών υπογραμμίζουν ότι η καταλληλότητα των 100 προτάσεων πρέπει να επανεξετάζεται στο συγκεκριμένο γλωσσικό και πολιτισμικό πλαίσιο.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε παλαιότερες διατυπώσεις, καθώς η γλώσσα και οι κοινωνικές αντιλήψεις έχουν μεταβληθεί σημαντικά από την αρχική ανάπτυξη της κλίμακας.
Στατιστική ανάλυση
Η στατιστική παρουσίαση πρέπει να περιλαμβάνει μέσους όρους, τυπικές αποκλίσεις, διαμέσους και εύρη τιμών για τη συνολική βαθμολογία και τις δέκα υποκλίμακες.
Οι συγκρίσεις μεταξύ δύο ομάδων μπορούν να πραγματοποιηθούν με t-test ή Mann–Whitney, ενώ για περισσότερες ομάδες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ANOVA ή Kruskal–Wallis. Τα αποτελέσματα πρέπει να συνοδεύονται από μεγέθη επίδρασης και διαστήματα εμπιστοσύνης.
Οι σχέσεις με το άγχος, την κατάθλιψη, την αυτοεκτίμηση ή άλλες ψυχολογικές μεταβλητές μπορούν να εξεταστούν με συσχετίσεις Pearson ή Spearman και με μοντέλα πολλαπλής παλινδρόμησης.
Σε μελέτες παρέμβασης είναι κατάλληλα τα μοντέλα επαναλαμβανόμενων μετρήσεων ή τα γραμμικά μικτά μοντέλα. Για τη σύγκριση φύλων, ηλικιακών ή πολιτισμικών ομάδων πρέπει προηγουμένως να εξετάζεται η ισοδυναμία μέτρησης.
Περιορισμοί
Το IBT-100 βασίζεται στην αυτοαναφορά και επομένως οι απαντήσεις μπορεί να επηρεάζονται από την κοινωνική επιθυμητότητα, την αυτογνωσία και την τρέχουσα συναισθηματική κατάσταση.
Η μεγάλη έκταση της κλίμακας μπορεί να προκαλέσει κόπωση, ενώ η θεωρητική ταξινόμηση των δέκα πεποιθήσεων αντανακλά μια παλαιότερη μορφή της θεωρίας του Ellis. Η σύγχρονη REBT δίνει μεγαλύτερη έμφαση σε βασικές γνωστικές διαδικασίες, όπως οι απόλυτες απαιτήσεις, η καταστροφοποίηση, η χαμηλή ανοχή στη ματαίωση και η συνολική υποτίμηση του εαυτού ή των άλλων.
Επιπλέον, υψηλή βαθμολογία δεν ισοδυναμεί με ψυχιατρική διάγνωση. Η κλίμακα πρέπει να χρησιμοποιείται συμπληρωματικά και όχι ως μοναδική βάση για κλινικές αποφάσεις.
Συμπεράσματα
Το Irrational Beliefs Test (IBT-100) αποτελεί ιστορικά σημαντικό εργαλείο για τη μέτρηση των παράλογων πεποιθήσεων στο πλαίσιο της θεωρίας του Albert Ellis.
Οι 100 προτάσεις του οργανώνονται σε δέκα περιοχές: ανάγκη αποδοχής, υπερβολικές προσδοκίες από τον εαυτό, επίρριψη ευθυνών, αντιδραστικότητα στη ματαίωση, συναισθηματική ανευθυνότητα, υπερβολική ανησυχία, αποφυγή προβλημάτων, εξάρτηση, αδυναμία αλλαγής και τελειοθηρία.
Η κλίμακα προσφέρει τη δυνατότητα υπολογισμού συνολικής και επιμέρους βαθμολογίας, αλλά η χρήση των υποκλιμάκων απαιτεί προηγούμενο έλεγχο αξιοπιστίας και παραγοντικής εγκυρότητας. Για τη σύγχρονη ερευνητική εφαρμογή του IBT είναι απαραίτητη η πολιτισμική προσαρμογή, η επανεξέταση των διατυπώσεων και η επιβεβαίωση της δομής του στο εκάστοτε δείγμα.
Βιβλιογραφία
Cash, T. F. (1984). The Irrational Beliefs Test: Its relationship with cognitive-behavioral traits and depression. Journal of Clinical Psychology, 40(6), 1399–1405.
DeMaria, T. P., Kassinove, H., & Dill, C. A. (1989). Psychometric properties of the Survey of Personal Beliefs: A rational-emotive measure of irrational thinking. Journal of Personality Assessment, 53(2), 329–341.
Ellis, A. (1962). Reason and Emotion in Psychotherapy. Lyle Stuart.
Forman, B. D., & Forman, S. G. (1979). Irrational beliefs and psychological needs. Journal of Personality Assessment, 43(6), 633–637.
Jones, R. G. (1968). A Factor Measure of Ellis’ Irrational Belief System, with Personality and Maladjustment Correlates [Doctoral dissertation, Texas Technological College].
Margaretha, M., & Hastuti, S. (2017). The Indonesian version of Irrational Beliefs Test in rational emotive behavior therapy: Adaptation of Irrational Beliefs Test. COUNS-EDU: The International Journal of Counseling and Education, 2(2), 70–77.
Woodward, A. J., Carless, S. A., & Findlay, B. M. (2001). A psychometric evaluation of the Irrational Beliefs Inventory in a marital context. Australian Psychologist, 36(3), 255–261.