Δοκιμασία Είκοσι Δηλώσεων
Περιγραφή
Η Δοκιμασία Είκοσι Δηλώσεων (Twenty Statements Test – TST) είναι μια ανοικτού τύπου μέθοδος διερεύνησης της αυτοαντίληψης και της προσωπικής ταυτότητας. Αναπτύχθηκε από τους Kuhn και McPartland το 1954 στο πλαίσιο της θεωρίας της συμβολικής αλληλεπίδρασης.
Η δοκιμασία επιτρέπει στους συμμετέχοντες να περιγράψουν τον εαυτό τους με δικούς τους όρους, χωρίς να περιορίζονται από προκαθορισμένες κατηγορίες ή επίθετα. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιείται κυρίως ως εργαλείο ποιοτικής ή μικτής έρευνας και όχι ως συμβατική ψυχομετρική κλίμακα με μία ενιαία βαθμολογία.
Στόχος
Βασικός στόχος του TST είναι η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται και παρουσιάζει τον εαυτό του. Μέσα από τις αυθόρμητες απαντήσεις μπορούν να αναδειχθούν διαφορετικές διαστάσεις της ταυτότητας, όπως:
- οι κοινωνικοί και οικογενειακοί ρόλοι,
- η επαγγελματική ή εκπαιδευτική ταυτότητα,
- τα δημογραφικά χαρακτηριστικά,
- τα στοιχεία της προσωπικότητας,
- οι αξίες και οι ιδεολογικές πεποιθήσεις,
- τα ενδιαφέροντα, οι στόχοι και οι φιλοδοξίες,
- οι συναισθηματικές καταστάσεις και οι αυτοαξιολογήσεις.
Η δοκιμασία αποτυπώνει κυρίως την αυθόρμητη αυτοαντίληψη, δηλαδή εκείνα τα στοιχεία του εαυτού που είναι περισσότερο άμεσα διαθέσιμα και σημαντικά για το άτομο κατά τη στιγμή της χορήγησης.
Χορήγηση
Οι συμμετέχοντες καλούνται να απαντήσουν έως και είκοσι φορές στην ερώτηση «Ποιος είμαι;», συνήθως ολοκληρώνοντας προτάσεις που αρχίζουν με τη φράση «Είμαι…». Οι απαντήσεις καταγράφονται με τη σειρά που εμφανίζονται, χωρίς να αξιολογείται η ορθότητα, η λογική ή η κοινωνική τους αποδοχή.
Δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να συμπληρωθούν και οι είκοσι απαντήσεις. Ωστόσο, οι οδηγίες, ο διαθέσιμος χρόνος και οι συνθήκες χορήγησης πρέπει να παραμένουν σταθερές για όλους τους συμμετέχοντες, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να πραγματοποιηθούν συγκρίσεις μεταξύ ατόμων ή ομάδων.
Κωδικοποίηση
Το TST δεν διαθέτει μία μοναδική και καθολικά αποδεκτή μέθοδο βαθμολόγησης. Οι απαντήσεις αναλύονται μέσω συστηματικής κωδικοποίησης, ανάλογα με τους στόχους της έρευνας.
Στην αρχική προσέγγιση, οι απαντήσεις διακρίνονται σε:
- Συναινετικές αναφορές: Αυτοπεριγραφές που παραπέμπουν σε κοινωνικά αναγνωρίσιμες κατηγορίες, όπως «είμαι μητέρα», «είμαι φοιτητής» ή «είμαι Έλληνας».
- Υποσυναινετικές αναφορές: Περισσότερο προσωπικές ή υποκειμενικές περιγραφές, όπως «είμαι αισιόδοξος», «είμαι αγχώδης» ή «είμαι δημιουργικός».
Άλλα συστήματα ταξινομούν τις απαντήσεις σε κοινωνικούς ρόλους, δημογραφικά χαρακτηριστικά, προσωπικές ιδιότητες, αξίες, πεποιθήσεις, ενδιαφέροντα, συναισθήματα και μελλοντικούς στόχους. Μπορεί επίσης να εξεταστεί ο θετικός, αρνητικός ή ουδέτερος χαρακτήρας κάθε δήλωσης.
Ανάλυση δεδομένων
Η ανάλυση μπορεί να περιλαμβάνει τον αριθμό και το ποσοστό των απαντήσεων που εντάσσονται σε κάθε κατηγορία, τη σειρά εμφάνισής τους και τη συχνότητα συγκεκριμένων μορφών αυτοπεριγραφής.
Η ποιοτική ανάλυση περιεχομένου μπορεί να συνδυαστεί με ποσοτικές μεθόδους, όπως συγκρίσεις συχνοτήτων, έλεγχοι ανεξαρτησίας και μοντέλα παλινδρόμησης. Η σειρά των δηλώσεων μπορεί επίσης να θεωρηθεί ένδειξη της σχετικής προσβασιμότητας ή της υποκειμενικής σημασίας των αντίστοιχων ταυτοτήτων, αλλά δεν πρέπει να ερμηνεύεται αυτόματα ως απόλυτη ιεράρχηση.
Αξιοπιστία και εγκυρότητα
Επειδή οι απαντήσεις είναι ανοικτού τύπου, ιδιαίτερη σημασία έχει η σαφής διαμόρφωση του συστήματος κωδικοποίησης. Συνιστάται η χρήση τουλάχιστον δύο ανεξάρτητων αξιολογητών και η εκτίμηση της μεταξύ τους συμφωνίας με κατάλληλους δείκτες, όπως ο συντελεστής Cohen’s κ.
Η ερμηνεία πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ηλικία, το φύλο, το πολιτισμικό πλαίσιο, τη γλώσσα και την κοινωνική θέση των συμμετεχόντων. Το TST αποτυπώνει τις πιο άμεσα προσβάσιμες αυτοπεριγραφές και ενδέχεται να μην καταγράφει όλες τις σταθερές ή βαθύτερες διαστάσεις της ταυτότητας. Δεν αποτελεί κλινικό διαγνωστικό εργαλείο και τα αποτελέσματά του πρέπει να ερμηνεύονται σε συνδυασμό με το ερευνητικό πλαίσιο και άλλες πηγές δεδομένων.
Εφαρμογές
Η δοκιμασία έχει χρησιμοποιηθεί στην κοινωνική, αναπτυξιακή και διαπολιτισμική ψυχολογία, καθώς και στην κοινωνιολογία. Είναι κατάλληλη για τη διερεύνηση διαφορών στην αυτοαντίληψη μεταξύ πολιτισμών, ηλικιακών ομάδων, φύλων, επαγγελματικών κατηγοριών και κοινωνικών ομάδων.
Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη μελέτη αλλαγών στην ταυτότητα μετά από σημαντικές μεταβάσεις, όπως η ενηλικίωση, η μετανάστευση, η αλλαγή επαγγελματικού ρόλου ή η ανάληψη νέων οικογενειακών υποχρεώσεων.
Βιβλιογραφία
Carpenter, S., & Meade-Pruitt, S. M. (2008). Does the Twenty Statements Test elicit self-concept aspects that are most descriptive? World Cultures eJournal, 16(1), 1–12.
Grace, S. L., & Cramer, K. L. (2003). The elusive nature of self-measurement: The self-construal scale versus the Twenty Statements Test. Journal of Social Psychology, 143(5), 649–668.
Kuhn, M. H., & McPartland, T. S. (1954). An empirical investigation of self-attitudes. American Sociological Review, 19(1), 68–76.
McCrae, R. R., & Costa, P. T., Jr. (1988). Age, personality, and the spontaneous self-concept. Journal of Gerontology, 43(6), S177–S185. https://doi.org/10.1093/geronj/43.6.S177
Rosenberg, M. (1979). Conceiving the self. Basic Books.