Ανάγνωση του Νου από τα Μάτια [RMET-36]
Περιγραφή
Η Δοκιμασία Ανάγνωσης του Νου από τα Μάτια (Reading the Mind in the Eyes Test – RMET-36) αποτελεί ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο εργαλείο αξιολόγησης της κοινωνικής νόησης (social cognition) και ειδικότερα της ικανότητας του ατόμου να αναγνωρίζει και να συμπεραίνει τις νοητικές και συναισθηματικές καταστάσεις άλλων ανθρώπων από περιορισμένες οπτικές πληροφορίες.
Η δοκιμασία επικεντρώνεται στην ικανότητα κατανόησης συναισθημάτων, προθέσεων και σκέψεων μέσα από την παρατήρηση της περιοχής των ματιών και των λεπτών εκφραστικών ενδείξεων του προσώπου. Με τον τρόπο αυτό εξετάζει μία σύνθετη πτυχή της Θεωρίας του Νου (Theory of Mind – ToM), δηλαδή της ικανότητας απόδοσης νοητικών καταστάσεων στον εαυτό και στους άλλους.
Το RMET χρησιμοποιείται κυρίως σε ερευνητικά και κλινικά δείγματα ενηλίκων και εφήβων και έχει εφαρμοστεί στη διερεύνηση κοινωνικογνωστικών δυσκολιών σε διαφορετικούς πληθυσμούς, συμπεριλαμβανομένων ατόμων με Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ), νευροεκφυλιστικές παθήσεις και εγκεφαλικές κακώσεις.
Θεωρητικό Υπόβαθρο
Το θεωρητικό υπόβαθρο του RMET συνδέεται με την έννοια της Θεωρίας του Νου, η οποία αναφέρεται στην ικανότητα κατανόησης ότι οι άλλοι άνθρωποι διαθέτουν σκέψεις, πεποιθήσεις, συναισθήματα, επιθυμίες και προθέσεις που μπορεί να διαφέρουν από τις δικές μας.
Η συγκεκριμένη ικανότητα αποτελεί βασικό συστατικό της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Η αποτελεσματική επικοινωνία απαιτεί όχι μόνο την κατανόηση του λεκτικού περιεχομένου αλλά και την αποκωδικοποίηση περισσότερο λεπτών κοινωνικών σημάτων, όπως η κατεύθυνση του βλέμματος και οι εκφράσεις του προσώπου.
Το RMET επικεντρώνεται ειδικότερα στην αναγνώριση σύνθετων νοητικών και συναισθηματικών καταστάσεων από την περιοχή των ματιών. Για τον λόγο αυτό έχει χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα στη μελέτη της κοινωνικής νόησης και του mentalizing, δηλαδή της διαδικασίας μέσω της οποίας το άτομο αποδίδει νοητικές καταστάσεις στους άλλους.
Η δοκιμασία αναπτύχθηκε αρχικά από τον Simon Baron-Cohen και τους συνεργάτες του στο Autism Research Centre του University of Cambridge το 1997 και αναθεωρήθηκε το 2001.
Δομή και Χαρακτηριστικά
Η αναθεωρημένη μορφή του RMET περιλαμβάνει 36 φωτογραφίες που απεικονίζουν αποκλειστικά την περιοχή των ματιών ενηλίκων. Κάθε φωτογραφία συνοδεύεται από τέσσερις λεκτικές επιλογές, οι οποίες περιγράφουν διαφορετικές πιθανές νοητικές ή συναισθηματικές καταστάσεις.
Ο εξεταζόμενος καλείται να παρατηρήσει κάθε εικόνα και να επιλέξει τη λέξη ή περιγραφή που θεωρεί ότι αποδίδει καλύτερα την ψυχική κατάσταση του εικονιζόμενου προσώπου.
Η διαδικασία απαιτεί από τον συμμετέχοντα να αξιοποιήσει περιορισμένες οπτικές κοινωνικές πληροφορίες και να τις αντιστοιχίσει με σύνθετες έννοιες που περιγράφουν νοητικές ή συναισθηματικές καταστάσεις.
Το RMET-36 δεν περιλαμβάνει επιμέρους υποκλίμακες. Οι απαντήσεις συνδυάζονται σε μία ενιαία συνολική βαθμολογία, η οποία αποτυπώνει την επίδοση του εξεταζόμενου στη συγκεκριμένη κοινωνικογνωστική δοκιμασία.
Η διάρκεια ολοκλήρωσης της διαδικασίας αναφέρεται ότι είναι περίπου 10 έως 20 λεπτά, γεγονός που καθιστά το εργαλείο σχετικά σύντομο και εύχρηστο σε μεγαλύτερα ερευνητικά πρωτόκολλα.
Ανάλυση και Χρήση Δεδομένων
Η ανάλυση των δεδομένων του RMET-36 βασίζεται κυρίως στη συνολική επίδοση του συμμετέχοντα στις 36 δοκιμασίες. Επειδή κάθε στοιχείο διαθέτει μία σωστή απάντηση, μπορεί να υπολογιστεί άμεσα ο αριθμός των επιτυχών αναγνωρίσεων.
Η συνολική βαθμολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συνεχής μεταβλητή σε στατιστικές αναλύσεις. Μπορούν να υπολογιστούν περιγραφικά στατιστικά, όπως μέσος όρος, διάμεσος, τυπική απόκλιση και εύρος τιμών, ώστε να αποτυπωθεί η κατανομή της κοινωνικογνωστικής επίδοσης στο εξεταζόμενο δείγμα.
Για τη σύγκριση δύο ανεξάρτητων ομάδων μπορεί να χρησιμοποιηθεί Student’s t-test ή αντίστοιχη μη παραμετρική μέθοδος, ενώ για τη σύγκριση περισσότερων ομάδων μπορούν να εφαρμοστούν ANOVA ή αντίστοιχες μη παραμετρικές αναλύσεις. Το διαθέσιμο υλικό αναφέρει ειδικότερα τη χρήση μέσων όρων, τυπικών αποκλίσεων και συγκρίσεων μεταξύ ομάδων, όπως μεταξύ ατόμων με ΔΑΦ και ομάδων ελέγχου.
Οι σχέσεις της επίδοσης στο RMET με άλλες συνεχείς ψυχολογικές, κοινωνικές ή γνωστικές μεταβλητές μπορούν να διερευνηθούν μέσω συντελεστών Pearson ή Spearman. Σε περισσότερο σύνθετα ερευνητικά σχέδια μπορούν να χρησιμοποιηθούν μοντέλα πολλαπλής παλινδρόμησης για τον έλεγχο της επίδρασης δημογραφικών, γνωστικών ή κλινικών παραγόντων.
Εγκυρότητα
Σύμφωνα με το διαθέσιμο υλικό, η εγκυρότητα του RMET έχει διερευνηθεί σε διεθνές επίπεδο και υπάρχουν ενδείξεις ότι η δοκιμασία μπορεί να διαφοροποιεί άτομα με Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος από άτομα του γενικού πληθυσμού.
Παράλληλα, έχουν αναφερθεί συσχετίσεις με άλλα εργαλεία αξιολόγησης της Θεωρίας του Νου, όπως τα Strange Stories και Faux Pas Test, παρέχοντας στοιχεία σχετικά με τη συγκλίνουσα εγκυρότητα της μέτρησης.
Στο διαθέσιμο αρχείο αναφέρεται επίσης ότι το RMET έχει χρησιμοποιηθεί ερευνητικά στην Ελλάδα με ικανοποιητικά αποτελέσματα ως προς τη συγκριτική εγκυρότητα και τη διακριτική του ικανότητα.
Κατά την ερμηνεία των αποτελεσμάτων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η επιτυχής ολοκλήρωση της δοκιμασίας προϋποθέτει όχι μόνο κοινωνικογνωστική επεξεργασία αλλά και επαρκή κατανόηση των λεκτικών όρων που χρησιμοποιούνται στις διαθέσιμες επιλογές απάντησης.
Αξιοπιστία
Σύμφωνα με το διαθέσιμο υλικό, το RMET παρουσιάζει ικανοποιητική αξιοπιστία. Η εσωτερική συνέπεια, όπως αξιολογείται μέσω του συντελεστή Cronbach’s α, αναφέρεται ότι κυμαίνεται περίπου μεταξύ 0,70 και 0,80 σε μελέτες του γενικού πληθυσμού.
Παράλληλα, αναφέρεται καλή αξιοπιστία επαναληπτικής μέτρησης (test–retest reliability) σε χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων, γεγονός που παρέχει ενδείξεις σχετικά με τη χρονική σταθερότητα της επίδοσης.
Σε κάθε νέα ερευνητική εφαρμογή είναι χρήσιμο να επανεξετάζονται οι ψυχομετρικές ιδιότητες του εργαλείου στο συγκεκριμένο δείγμα, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιείται διαφορετική γλωσσική ή πολιτισμικά προσαρμοσμένη έκδοση.
Βαθμολόγηση και Στατιστική Αξιολόγηση
Η βαθμολόγηση του RMET-36 είναι άμεση. Για κάθε σωστή απάντηση αποδίδεται 1 βαθμός, ενώ οι λανθασμένες απαντήσεις δεν προσθέτουν βαθμό. Η συνολική βαθμολογία προκύπτει από το άθροισμα των σωστών απαντήσεων και μπορεί να κυμαίνεται από 0 έως 36.
Υψηλότερη βαθμολογία αντανακλά καλύτερη επίδοση στην αναγνώριση νοητικών και συναισθηματικών καταστάσεων από οπτικές κοινωνικές ενδείξεις. Το διαθέσιμο υλικό αναφέρει ότι στον γενικό πληθυσμό παρατηρούνται συχνά βαθμολογίες περίπου 22 έως 30, ενώ χαμηλότερες επιδόσεις μπορεί να συνδέονται με κοινωνικογνωστικές δυσκολίες.
Οι συγκεκριμένες τιμές δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως καθολικά διαγνωστικά όρια. Η ερμηνεία της βαθμολογίας πρέπει να πραγματοποιείται με βάση κατάλληλα δεδομένα αναφοράς και λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά του πληθυσμού, όπως ηλικία, γλωσσικό και πολιτισμικό υπόβαθρο και κλινική κατάσταση.
Επειδή δεν υπάρχουν επιμέρους υποκλίμακες, η βασική στατιστική μεταβλητή είναι η συνολική βαθμολογία των 0–36 βαθμών.
Στόχος και Εφαρμογές στην Έρευνα
Βασικός στόχος του RMET-36 είναι η αξιολόγηση της ικανότητας του ατόμου να αναγνωρίζει και να ερμηνεύει σύνθετες ψυχικές και συναισθηματικές καταστάσεις άλλων ανθρώπων μέσα από περιορισμένες οπτικές πληροφορίες.
Το εργαλείο χρησιμοποιείται ιδιαίτερα στην αναπτυξιακή ψυχολογία, την κοινωνική ψυχολογία, τη νευροψυχολογία, την ψυχιατρική και την έρευνα της κοινωνικής νόησης. Στο διαθέσιμο υλικό αναφέρεται εφαρμογή του σε εφήβους και ενήλικες, καθώς και σε πληθυσμούς με ΔΑΦ, νευροεκφυλιστικές παθήσεις ή εγκεφαλικές κακώσεις.
Σε ερευνητικό επίπεδο μπορεί να αξιοποιηθεί για τη σύγκριση κοινωνικογνωστικής επίδοσης μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών και για τη διερεύνηση της σχέσης της Θεωρίας του Νου με άλλες γνωστικές, συναισθηματικές και κοινωνικές μεταβλητές.
Παρά την εκτεταμένη χρήση του, το RMET-36 δεν πρέπει να χρησιμοποιείται αυτοτελώς για τη διάγνωση της Διαταραχής Αυτιστικού Φάσματος ή άλλης νευροψυχιατρικής κατάστασης. Η βαθμολογία του αποτυπώνει την επίδοση σε μια συγκεκριμένη κοινωνικογνωστική δοκιμασία και είναι προτιμότερο να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με ευρύτερα κλινικά, αναπτυξιακά και νευροψυχολογικά δεδομένα.
Βιβλιογραφία
Baron-Cohen, S., Wheelwright, S., Hill, J., Raste, Y., & Plumb, I. (2001). The “Reading the Mind in the Eyes” Test revised version: A study with normal adults, and adults with Asperger syndrome or high-functioning autism. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 42(2), 241–251.
Frith, U., & Frith, C. (2003). Development and neurophysiology of mentalizing. Philosophical Transactions of the Royal Society B, 358, 459–473.
Κοσμίδου, Μ. Εργαστήριο Νευροψυχολογίας, Τμήμα Ψυχολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.