Αναθεωρημένη Κλίμακα Αυτοκαταγραφής [SMS-R-13]
Περιγραφή
Η Revised Self-Monitoring Scale [RSMS], ή Αναθεωρημένη Κλίμακα Αυτοπαρακολούθησης, αποτελεί ψυχομετρικό εργαλείο για τη διερεύνηση της αυτοπαρακολούθησης (self-monitoring), δηλαδή της ικανότητας του ατόμου να αντιλαμβάνεται κοινωνικά και διαπροσωπικά ερεθίσματα και να προσαρμόζει ανάλογα τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει και εκφράζει τον εαυτό του.
Η αυτοπαρακολούθηση αποτελεί σημαντική έννοια της κοινωνικής και προσωπικής ψυχολογίας, καθώς σχετίζεται με τον βαθμό στον οποίο η συμπεριφορά ενός ατόμου επηρεάζεται από τις απαιτήσεις της εκάστοτε κοινωνικής κατάστασης. Τα άτομα διαφέρουν ως προς την ευαισθησία τους απέναντι στα κοινωνικά σήματα, αλλά και ως προς την ικανότητά τους να τροποποιούν την εξωτερική τους συμπεριφορά ανάλογα με αυτά.
Η RSMS μπορεί να αξιοποιηθεί στη μελέτη των διαπροσωπικών σχέσεων, της κοινωνικής συμπεριφοράς, της επικοινωνίας και της λειτουργίας του ατόμου σε διαφορετικά κοινωνικά και οργανωσιακά περιβάλλοντα.
Θεωρητικό Υπόβαθρο
Η έννοια της αυτοπαρακολούθησης συνδέεται κυρίως με το θεωρητικό έργο του Mark Snyder, ο οποίος εισήγαγε την έννοια για να περιγράψει τις ατομικές διαφορές ως προς την παρακολούθηση και τον έλεγχο της εκφραστικής συμπεριφοράς.
Σύμφωνα με τη θεωρία της αυτοπαρακολούθησης, ορισμένα άτομα παρουσιάζουν μεγαλύτερη ευαισθησία στα κοινωνικά και διαπροσωπικά σήματα και προσαρμόζουν ευκολότερα τη συμπεριφορά τους στις απαιτήσεις της περίστασης. Αντίθετα, άλλα άτομα εμφανίζουν μεγαλύτερη συνέπεια ανάμεσα στις εσωτερικές τους στάσεις και στην εξωτερική τους συμπεριφορά και επηρεάζονται λιγότερο από τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές απαιτήσεις.
Η αυτοπαρακολούθηση δεν πρέπει επομένως να αντιμετωπίζεται απλουστευτικά ως «καλή» ή «κακή» ιδιότητα. Αντιπροσωπεύει έναν τρόπο κοινωνικής ρύθμισης της συμπεριφοράς, του οποίου η λειτουργικότητα εξαρτάται από το κοινωνικό και διαπροσωπικό πλαίσιο.
Ανάπτυξη της Κλίμακας
Χρειάζεται διάκριση μεταξύ της αρχικής Self-Monitoring Scale του Snyder και της Revised Self-Monitoring Scale. Η αναθεωρημένη κλίμακα συνδέεται βιβλιογραφικά κυρίως με τους Lennox και Wolfe (1984), οι οποίοι επιχείρησαν να αναθεωρήσουν τη μέτρηση της αυτοπαρακολούθησης και να αποσαφηνίσουν τη δομή του συγκεκριμένου ψυχολογικού κατασκευάσματος.
Το έργο του Snyder παραμένει θεμελιώδες για τη θεωρητική ανάπτυξη της έννοιας, ενώ η μονογραφία του Public Appearances, Private Realities: The Psychology of Self-Monitoring του 1987 αποτελεί σημαντική πηγή για την ευρύτερη θεωρία της αυτοπαρακολούθησης.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική κατά την παρουσίαση του εργαλείου, επειδή αποτρέπει τη σύγχυση μεταξύ της αρχικής κλίμακας, της αναθεωρημένης μορφής και μεταγενέστερων παραλλαγών.
Στόχος
Βασικός στόχος της RSMS είναι η αξιολόγηση ατομικών διαφορών στον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται τα κοινωνικά ερεθίσματα και ρυθμίζουν την εκφραστική τους συμπεριφορά.
Μέσω της κλίμακας μπορεί να διερευνηθεί κατά πόσο ένα άτομο είναι ευαίσθητο στις αντιδράσεις και στη συμπεριφορά των άλλων και κατά πόσο μπορεί να τροποποιεί την αυτοπαρουσίασή του σύμφωνα με τις απαιτήσεις διαφορετικών κοινωνικών περιστάσεων.
Η συγκεκριμένη διάσταση παρουσιάζει ερευνητικό ενδιαφέρον στην κοινωνική και οργανωσιακή ψυχολογία, στη μελέτη της ηγεσίας, των διαπροσωπικών σχέσεων, της κοινωνικής προσαρμογής και της επαγγελματικής συμπεριφοράς.
Δομή και Χαρακτηριστικά
Η RSMS είναι ένα σύντομο εργαλείο αυτοαναφοράς. Η αναθεωρημένη προσέγγιση της αυτοπαρακολούθησης επικεντρώνεται σε δύο βασικές διαστάσεις, οι οποίες περιγράφουν διαφορετικές αλλά αλληλένδετες πλευρές της κοινωνικής αυτορρύθμισης.
Η πρώτη αφορά την ικανότητα τροποποίησης της αυτοπαρουσίασης (Ability to Modify Self-Presentation). Η διάσταση αυτή εκφράζει την ικανότητα του ατόμου να προσαρμόζει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τον εαυτό του ανάλογα με τις απαιτήσεις και τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής κατάστασης.
Η δεύτερη αφορά την ευαισθησία στην εκφραστική συμπεριφορά των άλλων (Sensitivity to Expressive Behavior of Others). Η συγκεκριμένη διάσταση εξετάζει τον βαθμό στον οποίο το άτομο μπορεί να αντιλαμβάνεται και να αποκωδικοποιεί κοινωνικά και διαπροσωπικά σήματα που προέρχονται από τους άλλους.
Οι δύο διαστάσεις επιτρέπουν μια περισσότερο διαφοροποιημένη προσέγγιση της αυτοπαρακολούθησης, καθώς διαχωρίζουν την αντίληψη των κοινωνικών πληροφοριών από την ικανότητα προσαρμογής της προσωπικής συμπεριφοράς.
Βαθμολόγηση
Η βαθμολόγηση της RSMS πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με το επίσημο κλειδί της συγκεκριμένης έκδοσης που χρησιμοποιείται. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε τυχόν αντίστροφα βαθμολογούμενα στοιχεία πριν από τον υπολογισμό των επιμέρους βαθμολογιών.
Μπορούν να υπολογιστούν βαθμολογίες για τις επιμέρους διαστάσεις της αυτοπαρακολούθησης, ώστε να εξετάζεται χωριστά η ικανότητα τροποποίησης της αυτοπαρουσίασης και η ευαισθησία απέναντι στην εκφραστική συμπεριφορά των άλλων.
Υψηλότερη βαθμολογία υποδηλώνει γενικά μεγαλύτερη παρουσία του χαρακτηριστικού που αξιολογεί η αντίστοιχη διάσταση.
Οι προτεινόμενες κατηγορίες «χαμηλής», «μέτριας» και «υψηλής» αυτοπαρακολούθησης, όπως συγκεκριμένα όρια κάτω από 45 ή πάνω από 65, δεν πρέπει να θεωρούνται καθολικά τεκμηριωμένα cut-off scores της RSMS χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένο εγχειρίδιο, πληθυσμό στάθμισης ή μελέτη επικύρωσης. Η ερμηνεία είναι ασφαλέστερο να βασίζεται στις συνεχείς βαθμολογίες και στα δεδομένα αναφοράς της έκδοσης που χρησιμοποιείται.
Ανάλυση και Χρήση Δεδομένων
Η στατιστική επεξεργασία μπορεί αρχικά να περιλαμβάνει περιγραφικά στατιστικά για τη συνολική βαθμολογία και τις επιμέρους διαστάσεις, όπως μέσο όρο, διάμεσο, τυπική απόκλιση και εύρος τιμών.
Η εσωτερική συνέπεια μπορεί να εξετάζεται μέσω του Cronbach’s α και συμπληρωματικά μέσω του McDonald’s ω. Η διερεύνηση της δομής μπορεί να πραγματοποιηθεί με Διερευνητική Παραγοντική Ανάλυση και Επιβεβαιωτική Παραγοντική Ανάλυση.
Οι σχέσεις της αυτοπαρακολούθησης με άλλες συνεχείς μεταβλητές μπορούν να εξετάζονται μέσω των συντελεστών Pearson ή Spearman. Για συγκρίσεις μεταξύ δύο ή περισσότερων ανεξάρτητων ομάδων μπορούν να χρησιμοποιούνται Student’s t-test, ANOVA ή οι αντίστοιχες μη παραμετρικές δοκιμασίες.
Σε περισσότερο σύνθετα ερευνητικά σχέδια μπορεί να εξεταστεί η προβλεπτική συμβολή της αυτοπαρακολούθησης μέσω πολλαπλής παλινδρόμησης ή μοντέλων Δομικών Εξισώσεων.
Αξιοπιστία
Η αξιοπιστία της RSMS πρέπει να αξιολογείται χωριστά για τις επιμέρους διαστάσεις της και στο συγκεκριμένο δείγμα στο οποίο εφαρμόζεται. Η εσωτερική συνέπεια αποτελεί βασικό δείκτη για την εξέταση του βαθμού στον οποίο τα στοιχεία κάθε διάστασης λειτουργούν με συνεκτικό τρόπο.
Οι αναφορές σε συγκεκριμένο εύρος Cronbach’s α από 0,70 έως 0,85 ή σε test-retest r = 0,83 δεν είναι σκόπιμο να παρουσιάζονται ως καθολικές ιδιότητες της RSMS χωρίς σαφή αντιστοίχιση με συγκεκριμένη πρωτογενή μελέτη και έκδοση.
Σε κάθε νέα εφαρμογή είναι επομένως προτιμότερο να υπολογίζονται εκ νέου οι δείκτες αξιοπιστίας και να αναφέρονται μαζί με τα χαρακτηριστικά του δείγματος.
Εγκυρότητα
Η εγκυρότητα της RSMS συνδέεται πρωτίστως με την τεκμηρίωση της θεωρητικής διάκρισης μεταξύ της ικανότητας τροποποίησης της αυτοπαρουσίασης και της ευαισθησίας απέναντι στην εκφραστική συμπεριφορά των άλλων.
Η δομική εγκυρότητα μπορεί να εξεταστεί μέσω παραγοντικών αναλύσεων, ενώ η συγκλίνουσα εγκυρότητα μπορεί να διερευνηθεί μέσω σχέσεων με συναφή χαρακτηριστικά κοινωνικής αντίληψης, κοινωνικής συμπεριφοράς και διαπροσωπικής προσαρμογής.
Αντίστοιχα, η διακριτή εγκυρότητα είναι σημαντική προκειμένου να τεκμηριωθεί ότι η αυτοπαρακολούθηση δεν ταυτίζεται με γενικότερα χαρακτηριστικά προσωπικότητας ή με άλλες μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς.
Οι αναφερόμενοι συντελεστές συσχέτισης r = 0,60–0,70 δεν πρέπει να αποδίδονται γενικά στην εγκυρότητα της κλίμακας χωρίς προσδιορισμό των εργαλείων σύγκρισης και της σχετικής εμπειρικής πηγής.
Εφαρμογές στην Έρευνα
Η RSMS παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην κοινωνική ψυχολογία, καθώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται τις κοινωνικές απαιτήσεις και προσαρμόζουν την εξωτερική τους συμπεριφορά.
Στην οργανωσιακή ψυχολογία μπορεί να μελετηθεί η σχέση της αυτοπαρακολούθησης με την ηγετική συμπεριφορά, την επαγγελματική επικοινωνία, τη διαχείριση εντυπώσεων, τη δικτύωση και τη λειτουργία μέσα σε ομάδες.
Στην έρευνα των διαπροσωπικών σχέσεων μπορεί να διερευνηθεί η σχέση της με την κοινωνική ευαισθησία, την επικοινωνιακή προσαρμοστικότητα και τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα ανταποκρίνονται στις συμπεριφορές των άλλων.
Η χρήση της σε εφήβους ή σε κλινικούς πληθυσμούς προϋποθέτει ότι υπάρχουν κατάλληλα δεδομένα εγκυρότητας και αξιοπιστίας για τον συγκεκριμένο πληθυσμό και τη συγκεκριμένη γλωσσική έκδοση.
Ελληνική Προσαρμογή
Για την εφαρμογή της RSMS στον ελληνικό πληθυσμό απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ως προς τη γλωσσική και πολιτισμική προσαρμογή. Η απλή μετάφραση των ερωτημάτων δεν αρκεί για να θεωρηθεί μια έκδοση ψυχομετρικά ισοδύναμη με την πρωτότυπη.
Είναι απαραίτητο να διερευνώνται η παραγοντική δομή, η εσωτερική συνέπεια, η συγκλίνουσα και διακριτή εγκυρότητα και, όταν πραγματοποιούνται συγκρίσεις μεταξύ πληθυσμών, η ισοδυναμία μέτρησης.
Εφόσον δεν υπάρχει τεκμηριωμένη ελληνική στάθμιση της συγκεκριμένης έκδοσης, οι βαθμολογίες πρέπει να ερμηνεύονται με ιδιαίτερη επιφύλαξη και να αποφεύγεται η εφαρμογή μη τεκμηριωμένων ελληνικών σημείων αποκοπής.
Περιορισμοί και Ορθή Ερμηνεία
Η RSMS αποτελεί εργαλείο αυτοαναφοράς, γεγονός που σημαίνει ότι οι απαντήσεις εκφράζουν την προσωπική αντίληψη του συμμετέχοντα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σε κοινωνικές καταστάσεις. Επομένως, μπορεί να επηρεάζονται από κοινωνικά επιθυμητές απαντήσεις, τον τρόπο αυτοαντίληψης και τις ιδιαίτερες συνθήκες χορήγησης.
Επιπλέον, υψηλή αυτοπαρακολούθηση δεν πρέπει να ερμηνεύεται αυτομάτως ως υψηλή κοινωνική ικανότητα ούτε χαμηλή αυτοπαρακολούθηση ως κοινωνικό έλλειμμα. Τα δύο άκρα αντιπροσωπεύουν διαφορετικούς τρόπους ρύθμισης της κοινωνικής συμπεριφοράς και η σημασία τους εξαρτάται από το πλαίσιο.
Η RSMS δεν αποτελεί αυτόνομο διαγνωστικό εργαλείο και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την κλινική διάγνωση ενός ατόμου ή ως μοναδικό κριτήριο επιλογής προσωπικού.
Συμπέρασμα
Η Revised Self-Monitoring Scale [RSMS] αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο για τη μελέτη της αυτοπαρακολούθησης και ειδικότερα της ικανότητας του ατόμου να αντιλαμβάνεται κοινωνικά σήματα και να προσαρμόζει ανάλογα την αυτοπαρουσίασή του.
Η αναθεωρημένη προσέγγιση επιτρέπει τη διαφοροποίηση μεταξύ της ικανότητας τροποποίησης της αυτοπαρουσίασης και της ευαισθησίας στην εκφραστική συμπεριφορά των άλλων, προσφέροντας μια περισσότερο αναλυτική εικόνα της κοινωνικής αυτορρύθμισης.
Η κλίμακα μπορεί να αξιοποιηθεί σε κοινωνικές, οργανωσιακές και διαπροσωπικές έρευνες, υπό την προϋπόθεση ότι χρησιμοποιείται η τεκμηριωμένη έκδοση και ότι η βαθμολόγηση και η ερμηνεία πραγματοποιούνται σύμφωνα με τα αντίστοιχα ψυχομετρικά δεδομένα.
Βιβλιογραφία
Lennox, R. D., & Wolfe, R. N. (1984). Revision of the Self-Monitoring Scale. Journal of Personality and Social Psychology, 46(6), 1349–1364.
Snyder, M. (1974). Self-monitoring of expressive behavior. Journal of Personality and Social Psychology, 30(4), 526–537.
Snyder, M., & Gangestad, S. (1986). On the nature of self-monitoring: Matters of assessment, matters of concern. Journal of Personality and Social Psychology, 51(1), 125–139.
Snyder, M. (1987). Public Appearances, Private Realities: The Psychology of Self-Monitoring. W. H. Freeman.