Περιγραφή

Το Cognitive Interference Questionnaire (CIQ-22) αποτελεί ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο ψυχομετρικό εργαλείο που σχεδιάστηκε για την αξιολόγηση των σκέψεων οι οποίες παρεμβαίνουν στη συγκέντρωση και μειώνουν τη γνωστική απόδοση κατά τη διάρκεια απαιτητικών δραστηριοτήτων. Αναπτύχθηκε από τον Irwin G. Sarason και τους συνεργάτες του στο πλαίσιο της έρευνας για το άγχος εξετάσεων και τις γνωστικές διεργασίες, με στόχο την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι παρεμβατικές σκέψεις επηρεάζουν την προσοχή, τη μνήμη εργασίας και τη λήψη αποφάσεων.

Η κλίμακα αξιολογεί δύο βασικές μορφές γνωστικής παρεμβολής: τις σκέψεις που σχετίζονται με την ανησυχία για την απόδοση (task-related worries) και τις σκέψεις που είναι άσχετες με την εκτελούμενη δραστηριότητα (task-irrelevant thoughts). Οι γνωστικές αυτές παρεμβολές θεωρούνται σημαντικοί παράγοντες που μειώνουν την αποτελεσματικότητα της προσοχής και επιβαρύνουν την απόδοση σε ακαδημαϊκά, επαγγελματικά και κλινικά περιβάλλοντα.

Στόχος

Βασικός στόχος του CIQ-22 είναι η μέτρηση της συχνότητας και της έντασης των παρεμβατικών σκέψεων που εμφανίζονται κατά την εκτέλεση απαιτητικών γνωστικών δραστηριοτήτων. Το εργαλείο επιτρέπει την αναγνώριση των γνωστικών μηχανισμών μέσω των οποίων το άγχος, η ανησυχία και οι εσωτερικοί περισπασμοί επηρεάζουν τη συγκέντρωση και τη γνωστική αποτελεσματικότητα.

Παράλληλα, χρησιμοποιείται για τη διερεύνηση της σχέσης της γνωστικής παρεμβολής με το άγχος εξετάσεων, την ψυχική ανθεκτικότητα, τη συναισθηματική ρύθμιση, την ακαδημαϊκή επίδοση, την εργασιακή αποτελεσματικότητα και την αποτελεσματικότητα ψυχολογικών παρεμβάσεων.

Δομή και Βαθμολόγηση

Το CIQ-22 αποτελείται από 22 δηλώσεις, στις οποίες οι συμμετέχοντες απαντούν χρησιμοποιώντας πενταβάθμια κλίμακα Likert, από 1 («Ποτέ») έως 5 («Πάντα»).

Η κλίμακα περιλαμβάνει δύο βασικές υποκλίμακες:

Σκέψεις σχετικές με την απόδοση (Task-Related Worries), οι οποίες αξιολογούν την ανησυχία, την αυτοαμφισβήτηση και τους φόβους σχετικά με την επιτυχία ή την αποτυχία κατά την εκτέλεση μιας δραστηριότητας.

Σκέψεις άσχετες με το έργο (Task-Irrelevant Thoughts), οι οποίες καταγράφουν τον βαθμό στον οποίο το άτομο αποσπάται από άσχετες ή τυχαίες σκέψεις που δεν σχετίζονται με την εργασία που εκτελεί.

Η συνολική βαθμολογία κυμαίνεται από 22 έως 110, με υψηλότερες τιμές να υποδηλώνουν μεγαλύτερα επίπεδα γνωστικής παρεμβολής και μειωμένη ικανότητα διατήρησης της προσοχής κατά τη διάρκεια απαιτητικών γνωστικών έργων.

Στατιστική Ανάλυση

Η ψυχομετρική αξιολόγηση του CIQ-22 πραγματοποιείται μέσω του ελέγχου της εσωτερικής συνοχής με τους συντελεστές Cronbach’s α και McDonald’s ω, καθώς και της αξιοπιστίας επαναληπτικών μετρήσεων (test–retest reliability). Οι περισσότερες μελέτες αναφέρουν ικανοποιητική έως υψηλή αξιοπιστία των δύο υποκλιμάκων, ενώ σε ελληνικό δείγμα η υποκλίμακα των σκέψεων σχετικών με την απόδοση παρουσίασε Cronbach’s α = 0,77.

Η δομική εγκυρότητα εξετάζεται μέσω Διερευνητικής Παραγοντικής Ανάλυσης (Exploratory Factor Analysis – EFA) και Επιβεβαιωτικής Παραγοντικής Ανάλυσης (Confirmatory Factor Analysis – CFA), επιβεβαιώνοντας τη διπαραγοντική δομή του εργαλείου. Η συγκλίνουσα και διακριτή εγκυρότητα αξιολογούνται μέσω συσχετίσεων με κλίμακες άγχους, άγχους εξετάσεων, γνωστικής αποτυχίας, αυτορρύθμισης και ακαδημαϊκής επίδοσης. Στις ερευνητικές εφαρμογές χρησιμοποιούνται επίσης συντελεστές Pearson ή Spearman, t-test, ANOVA, MANOVA, γραμμική και λογιστική παλινδρόμηση, καθώς και Μοντέλα Δομικών Εξισώσεων (Structural Equation Modeling – SEM) για τη διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ γνωστικής παρεμβολής, άγχους και γνωστικής απόδοσης.

Εφαρμογές

Το CIQ-22 χρησιμοποιείται στην εκπαιδευτική ψυχολογία, τη γνωστική ψυχολογία, την κλινική ψυχολογία και την ψυχολογία της απόδοσης. Αποτελεί πολύτιμο εργαλείο για ψυχολόγους, ερευνητές και επαγγελματίες ψυχικής υγείας που επιθυμούν να αξιολογήσουν τον βαθμό στον οποίο οι παρεμβατικές σκέψεις επηρεάζουν τη συγκέντρωση, τη μάθηση και την αποτελεσματικότητα των ατόμων.

Επιπλέον, εφαρμόζεται σε μελέτες που εξετάζουν το άγχος εξετάσεων, τις γνωστικές στρατηγικές, τη μεταγνωστική λειτουργία, την εργασιακή απόδοση, τη συναισθηματική ρύθμιση και την αποτελεσματικότητα γνωσιακών και ψυχοεκπαιδευτικών παρεμβάσεων, καθώς και στην αξιολόγηση προγραμμάτων διαχείρισης άγχους και ενίσχυσης της προσοχής.

Βιβλιογραφία

Sarason, I. G. (1984). Stress, Anxiety, and Cognitive Interference: Reactions to Tests. Journal of Personality and Social Psychology, 46(4), 929–938.

Sarason, I. G., Sarason, B. R., Keefe, D. E., Hayes, B. E., & Shearin, E. N. (1986). Cognitive Interference: Situational Determinants and Trait-Like Characteristics. Journal of Personality and Social Psychology, 51(1), 215–226.

Wine, J. (1971). Test Anxiety and Direction of Attention. Psychological Bulletin, 76(2), 92–104.

Papantoniou, G., Moraitou, D., Dinou, M., & Katsadima, E. (2012). Affect and Cognitive Interference: An Examination of Their Effect on Self-Regulated Learning. Education Research International.

Sarason, I. G. (1988). Anxiety, Self-Preoccupation and Attention. Anxiety Research, 1(1), 3–7.