Περιγραφή

Το Clinical Outcomes in Routine Evaluation (CORE-36) αποτελεί ένα ολοκληρωμένο ψυχομετρικό εργαλείο αυτοαναφοράς που αναπτύχθηκε από το Core System Group για την αξιολόγηση της ψυχολογικής δυσφορίας και της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων ψυχικής υγείας. Σχεδιάστηκε ώστε να χρησιμοποιείται τόσο στην κλινική πράξη όσο και στην επιστημονική έρευνα, παρέχοντας μια συνολική εικόνα της ψυχικής κατάστασης του ατόμου πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την ολοκλήρωση της θεραπευτικής διαδικασίας.

Το σύστημα CORE περιλαμβάνει τρεις φόρμες αξιολόγησης: το βασικό ερωτηματολόγιο αυτοαναφοράς, τη φόρμα αξιολόγησης της θεραπείας και τη φόρμα ολοκλήρωσης της θεραπείας, οι οποίες συμπληρώνονται από τον θεραπευτή. Το κύριο ερωτηματολόγιο αποτελείται από 34 ερωτήματα που οργανώνονται σε τέσσερις βασικές διαστάσεις: την υποκειμενική ευεξία, τα ψυχολογικά προβλήματα ή συμπτώματα, την κοινωνική λειτουργικότητα και την επικινδυνότητα προς τον εαυτό ή τους άλλους. Η συνολική βαθμολογία, σε συνδυασμό με τις επιμέρους υποκλίμακες, επιτρέπει τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου προφίλ της ψυχικής λειτουργικότητας του αξιολογούμενου.

Το CORE αναπτύχθηκε με στόχο να αποφεύγει τις αυστηρές ψυχιατρικές κατηγοριοποιήσεις και να εστιάζει στην εμπειρία του ίδιου του ατόμου, καθιστώντας το ιδιαίτερα κατάλληλο για διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις και πληθυσμούς.

Ανάλυση και Χρήση

Η ανάλυση του CORE-36 βασίζεται στον υπολογισμό της συνολικής βαθμολογίας καθώς και των επιμέρους βαθμολογιών για κάθε μία από τις τέσσερις διαστάσεις του εργαλείου. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει την αναγνώριση συγκεκριμένων περιοχών δυσκολίας αλλά και των ψυχικών πόρων του ατόμου, διευκολύνοντας τον σχεδιασμό εξατομικευμένων θεραπευτικών παρεμβάσεων.

Το εργαλείο χρησιμοποιείται ευρέως από ψυχολόγους, ψυχιάτρους, ψυχοθεραπευτές, κοινωνικούς λειτουργούς και άλλους επαγγελματίες ψυχικής υγείας για την αρχική αξιολόγηση, την παρακολούθηση της θεραπευτικής προόδου και την τεκμηρίωση των κλινικών αποτελεσμάτων. Παράλληλα, εφαρμόζεται σε ερευνητικά πρωτόκολλα για τη διερεύνηση της αποτελεσματικότητας ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων και την αξιολόγηση υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Στην επιστημονική έρευνα, το CORE-36 χρησιμοποιείται συχνά σε συνδυασμό με εργαλεία αξιολόγησης της κατάθλιψης, του άγχους, της ποιότητας ζωής, της ψυχολογικής ευεξίας και της λειτουργικότητας, προσφέροντας μια πολυδιάστατη εκτίμηση της ψυχικής υγείας.

Ψυχομετρικά Χαρακτηριστικά

Το CORE-36 διαθέτει εξαιρετικές ψυχομετρικές ιδιότητες και έχει επικυρωθεί σε μεγάλο αριθμό πληθυσμών διεθνώς. Η εσωτερική συνοχή των επιμέρους διαστάσεων και της συνολικής κλίμακας αξιολογείται μέσω του δείκτη Cronbach’s α, με τιμές που κυμαίνονται από 0,75 έως 0,95, υποδεικνύοντας υψηλή έως εξαιρετική αξιοπιστία. Η αξιοπιστία επαναληπτικής μέτρησης (test–retest reliability) κυμαίνεται μεταξύ 0,87 και 0,91 για τη συνολική βαθμολογία, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σταθερότητα των μετρήσεων στον χρόνο.

Η εγκυρότητα του εργαλείου τεκμηριώθηκε μέσω συγκρίσεων με επτά ήδη σταθμισμένα ψυχομετρικά εργαλεία που αξιολογούν συναφείς ψυχολογικές κατασκευές, επιβεβαιώνοντας την υψηλή συγκλίνουσα εγκυρότητα του CORE. Επιπλέον, η δομική εγκυρότητα έχει εξεταστεί με Διερευνητική Ανάλυση Παραγόντων (Exploratory Factor Analysis – EFA) και Επιβεβαιωτική Ανάλυση Παραγόντων (Confirmatory Factor Analysis – CFA), ενώ σε σύγχρονες εφαρμογές αξιολογείται και η ισοδυναμία μέτρησης (measurement invariance) μεταξύ διαφορετικών πολιτισμικών ομάδων.

Βαθμολόγηση

Κάθε ερώτηση του CORE-36 βαθμολογείται σε πενταβάθμια κλίμακα Likert από 0 έως 4, ανάλογα με τη συχνότητα εμφάνισης του κάθε συμπτώματος ή δυσκολίας. Οι βαθμολογίες αθροίζονται για την παραγωγή συνολικού δείκτη αλλά και επιμέρους δεικτών για καθεμία από τις τέσσερις διαστάσεις του εργαλείου.

Υψηλότερες βαθμολογίες αντανακλούν αυξημένη ψυχολογική δυσφορία, μεγαλύτερη λειτουργική επιβάρυνση και αυξημένη πιθανότητα ανάγκης για θεραπευτική παρέμβαση, ενώ χαμηλότερες βαθμολογίες υποδηλώνουν καλύτερη ψυχική λειτουργικότητα και υψηλότερο επίπεδο ευεξίας.

Εφαρμογές

Το CORE-36 χρησιμοποιείται στην κλινική ψυχολογία, στην ψυχιατρική, στη συμβουλευτική ψυχολογία, στην ψυχοθεραπεία, στις υπηρεσίες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας φροντίδας ψυχικής υγείας και στην πανεπιστημιακή έρευνα. Αποτελεί ένα από τα πιο διαδεδομένα εργαλεία για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας ψυχοθεραπευτικών παρεμβάσεων και την παρακολούθηση της κλινικής εξέλιξης των θεραπευομένων.

Επιπλέον, αξιοποιείται σε προγράμματα αξιολόγησης υπηρεσιών ψυχικής υγείας, σε κλινικές δοκιμές και σε επιδημιολογικές μελέτες, συμβάλλοντας στη συστηματική καταγραφή της ψυχολογικής δυσφορίας και στην τεκμηρίωση της ποιότητας της παρεχόμενης φροντίδας.

Βιβλιογραφία

Core System Group. (1998). CORE System User Manual.

Evans, C., Connell, J., Barkham, M., Margison, F., McGrath, G., Mellor-Clark, J., & Audin, K. (2002). Towards a standardized brief outcome measure: Psychometric properties and utility of the CORE-OM. British Journal of Psychiatry, 180, 51–60.

Barkham, M., Mellor-Clark, J., Connell, J., & Cahill, J. (2006). A core approach to practice-based evidence: A brief history of the origins and applications of the CORE system. Counselling and Psychotherapy Research, 6(1), 3–15.

Connell, J., Barkham, M., Stiles, W. B., Twigg, E., Singleton, N., Evans, O., & Miles, J. N. V. (2007). Distribution of CORE-OM scores in a general population, clinical cut-off, and comparison with the CIS-R. British Journal of Psychiatry, 190(1), 69–74.

Barkham, M., Bewick, B., Mullin, T., Gilbody, S., Connell, J., Cahill, J., Stiles, W. B., Twigg, E., Hardy, G. E., & Evans, C. (2013). The CORE-10: A short measure of psychological distress for routine use in psychological therapies. Counselling and Psychotherapy Research, 13(1), 3–13.