Marlowe-Crowne Social Desirability Scale [MCSD-33]
Κλίμακα Κοινωνικής Επιθυμητότητας Marlowe-Crowne [MCSD-33]
Περιγραφή και Σκοπός
Η Marlowe-Crowne Social Desirability Scale (MCSD-33) είναι ένα ψυχομετρικό εργαλείο που αναπτύχθηκε το 1960 από τους Douglas P. Crowne και David Marlowe για την αξιολόγηση της κοινωνικά επιθυμητής ανταπόκρισης (socially desirable responding). Εξετάζει την τάση των ατόμων να παρουσιάζουν τον εαυτό τους με τρόπο κοινωνικά αποδεκτό και ευνοϊκό, ενδεχομένως υποβαθμίζοντας ή αποκρύπτοντας στάσεις και συμπεριφορές που θεωρούνται κοινωνικά ανεπιθύμητες.
Η κοινωνική επιθυμητότητα αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα στις έρευνες που βασίζονται σε αυτοαναφορές, καθώς οι συμμετέχοντες μπορεί συνειδητά ή μη να διαμορφώνουν τις απαντήσεις τους σύμφωνα με κοινωνικές προσδοκίες και κανόνες.
Θεωρητικό Υπόβαθρο
Η MCSD αναπτύχθηκε ως μέτρο κοινωνικής επιθυμητότητας ανεξάρτητο από την ψυχοπαθολογία. Βασίζεται στην παραδοχή ότι ορισμένα άτομα παρουσιάζουν συστηματικότερη τάση να επιλέγουν απαντήσεις οι οποίες δημιουργούν μια περισσότερο θετική κοινωνική εικόνα.
Η κοινωνικά επιθυμητή ανταπόκριση μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή μεροληψίας μέτρησης (response bias), ιδιαίτερα όταν τα ερωτήματα αφορούν προσωπικές συμπεριφορές, στάσεις ή χαρακτηριστικά για τα οποία υπάρχουν ισχυρές κοινωνικές προσδοκίες.
Για τον λόγο αυτό, η MCSD μπορεί να χρησιμοποιηθεί παράλληλα με άλλα ερωτηματολόγια ώστε να διερευνηθεί κατά πόσο οι αυτοαναφορικές απαντήσεις ενδέχεται να επηρεάζονται από την ανάγκη κοινωνικής αποδοχής ή θετικής αυτοπαρουσίασης.
Δομή της Κλίμακας
Η αρχική MCSD αποτελείται από 33 δηλώσεις, στις οποίες οι συμμετέχοντες καλούνται να απαντήσουν με «Σωστό» ή «Λάθος» (True/False).
Οι δηλώσεις έχουν σχεδιαστεί ώστε να αποτυπώνουν συμπεριφορές ή στάσεις οι οποίες μπορεί να θεωρούνται κοινωνικά επιθυμητές, αλλά δεν είναι πάντοτε ρεαλιστικό να χαρακτηρίζουν με συνέπεια την καθημερινή συμπεριφορά ενός ατόμου.
Σύμφωνα με το αρχικό υλικό, τα θέματα που εξετάζονται περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων την αποδοχή ή απόρριψη κοινωνικών κανόνων, την προθυμία παροχής βοήθειας προς τους άλλους και την αναφορά αρνητικών συναισθημάτων ή συμπεριφορών.
Βαθμολόγηση
Η βαθμολόγηση της MCSD πραγματοποιείται με την κωδικοποίηση των απαντήσεων στις 33 δηλώσεις.
Κάθε απάντηση που αντιστοιχεί στην κοινωνικά επιθυμητή κατεύθυνση λαμβάνει 1 βαθμό, ενώ η αντίθετη απάντηση λαμβάνει 0 βαθμούς.
Οι επιμέρους βαθμολογίες αθροίζονται και δημιουργούν συνολική βαθμολογία που κυμαίνεται από 0 έως 33.
Υψηλότερη βαθμολογία υποδηλώνει μεγαλύτερη τάση επιλογής κοινωνικά επιθυμητών απαντήσεων, ενώ χαμηλότερη βαθμολογία υποδηλώνει μικρότερη σχετική τάση.
Ανάλυση και Χρήση Δεδομένων
Σε ερευνητικές εφαρμογές, η συνολική βαθμολογία της MCSD μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης πιθανής επίδρασης της κοινωνικής επιθυμητότητας στις απαντήσεις των συμμετεχόντων.
Μπορούν να υπολογιστούν μέσος όρος, τυπική απόκλιση, διάμεσος και εύρος τιμών, ενώ η βαθμολογία μπορεί να εξεταστεί ως συνεχής μεταβλητή.
Ιδιαίτερα χρήσιμη είναι η διερεύνηση των συσχετίσεων μεταξύ της MCSD και άλλων αυτοαναφορικών κλιμάκων. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να εξεταστεί κατά πόσο οι σχέσεις μεταξύ των βασικών μεταβλητών μιας μελέτης επηρεάζονται από την τάση των συμμετεχόντων για κοινωνικά επιθυμητή ανταπόκριση.
Ανάλογα με τον ερευνητικό σχεδιασμό, η βαθμολογία μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως πρόσθετη μεταβλητή σε πολυμεταβλητές αναλύσεις. Η χρήση της για στατιστικό «έλεγχο» της κοινωνικής επιθυμητότητας, ωστόσο, πρέπει να τεκμηριώνεται από τον σχεδιασμό και τις υποθέσεις της συγκεκριμένης μελέτης.
Εγκυρότητα και Αξιοπιστία
Η MCSD έχει αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης ψυχομετρικής έρευνας, ιδιαίτερα ως προς την αξιοπιστία και τη φύση της κοινωνικά επιθυμητής ανταπόκρισης.
Η βιβλιογραφία που συνοδεύει το αρχικό αρχείο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μελέτη γενίκευσης της αξιοπιστίας της κλίμακας από τους Beretvas, Meyers και Leite (2002) και τη θεωρητική προσέγγιση του Paulhus (1984) σχετικά με τις διαφορετικές συνιστώσες της κοινωνικά επιθυμητής ανταπόκρισης.
Το συγκεκριμένο αρχείο δεν αναφέρει έναν μοναδικό αριθμητικό συντελεστή αξιοπιστίας για την MCSD-33. Επομένως, η αξιοπιστία θα πρέπει να εξετάζεται στο εκάστοτε δείγμα και στη συγκεκριμένη γλωσσική έκδοση που χρησιμοποιείται.
Εφαρμογές
Η MCSD-33 μπορεί να αξιοποιηθεί σε έρευνες της ψυχολογίας, κοινωνικής ψυχολογίας, εκπαίδευσης, υγείας, οργανωσιακής συμπεριφοράς και άλλων κοινωνικών επιστημών, ιδιαίτερα όταν η συλλογή δεδομένων βασίζεται σε ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς.
Η κλίμακα μπορεί να βοηθήσει τους ερευνητές να διερευνήσουν εάν οι συμμετέχοντες έχουν την τάση να παρουσιάζουν τον εαυτό τους με κοινωνικά περισσότερο αποδεκτό τρόπο και κατά πόσο αυτή η τάση σχετίζεται με τις βασικές μεταβλητές της έρευνας.
Η βαθμολογία της δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως απόδειξη ότι ένα άτομο «λέει ψέματα». Αντίθετα, αποτελεί δείκτη ενός προτύπου ανταπόκρισης που σχετίζεται με την κοινωνική επιθυμητότητα.
Συμπεράσματα
Η Marlowe-Crowne Social Desirability Scale [MCSD-33] αποτελεί ένα καθιερωμένο εργαλείο για την αξιολόγηση της τάσης προς κοινωνικά επιθυμητή ανταπόκριση.
Η δομή των 33 διχοτομικών δηλώσεων και η συνολική βαθμολογία 0–33 προσφέρουν έναν απλό και συστηματικό τρόπο διερεύνησης μιας σημαντικής πιθανής πηγής μεροληψίας στις αυτοαναφορικές μετρήσεις.
Η αξιοποίησή της μπορεί να ενισχύσει την ερμηνεία ερευνητικών αποτελεσμάτων, ιδιαίτερα όταν τα εξεταζόμενα θέματα είναι ευαίσθητα σε κοινωνικές προσδοκίες ή σε τάσεις θετικής αυτοπαρουσίασης.
Βιβλιογραφία
Crowne, D. P., & Marlowe, D. (1960). A new scale of social desirability independent of psychopathology. Journal of Consulting Psychology, 24(4), 349–354.
Paulhus, D. L. (1984). Two-component models of socially desirable responding. Journal of Personality and Social Psychology, 46(3), 598–609.
Beretvas, S. N., Meyers, J. L., & Leite, W. L. (2002). A reliability generalization study of the Marlowe-Crowne Social Desirability Scale. Educational and Psychological Measurement, 62(4), 570–589.
Fisher, R. J. (1993). Social desirability bias and the validity of indirect questioning. Journal of Consumer Research, 20(2), 303–315.