Σκορ Beighton [BS-9]

Περιγραφή 

Το Beighton Score (BS-9) αποτελεί το πλέον διαδεδομένο κλινικό εργαλείο για την αξιολόγηση της γενικευμένης υπερκινητικότητας των αρθρώσεων (Generalized Joint Hypermobility – GJH). Αναπτύχθηκε ως μία απλή, γρήγορη και αξιόπιστη μέθοδος εκτίμησης της υπερκινητικότητας και χρησιμοποιείται ευρέως στη ρευματολογία, την ορθοπαιδική, τη φυσικοθεραπεία, την αθλητιατρική και την κλινική γενετική.

Η υπερκινητικότητα των αρθρώσεων χαρακτηρίζεται από αυξημένο εύρος κίνησης πέρα από τα φυσιολογικά όρια για την ηλικία, το φύλο και τη φυλετική καταγωγή. Αν και σε αρκετούς ανθρώπους αποτελεί φυσιολογικό χαρακτηριστικό χωρίς κλινική σημασία, σε άλλους μπορεί να σχετίζεται με χρόνιο μυοσκελετικό πόνο, επαναλαμβανόμενους τραυματισμούς, εξαρθρήματα, λειτουργικούς περιορισμούς και κληρονομικές διαταραχές του συνδετικού ιστού, όπως το Σύνδρομο Ehlers-Danlos (Hypermobile EDS).

Το Beighton Score αποτελεί σήμερα το βασικό εργαλείο διαλογής (screening) για την αναγνώριση ατόμων με γενικευμένη υπερκινητικότητα και ενσωματώνεται στα διεθνή διαγνωστικά κριτήρια πολλών συνδρόμων του συνδετικού ιστού.

Θεωρητικό υπόβαθρο

Η υπερκινητικότητα των αρθρώσεων οφείλεται κυρίως σε αυξημένη ελαστικότητα των συνδέσμων και του συνδετικού ιστού. Η παρουσία της επηρεάζεται από γενετικούς, ορμονικούς και αναπτυξιακούς παράγοντες και παρατηρείται συχνότερα σε παιδιά, γυναίκες και ορισμένες εθνοτικές ομάδες.

Η αξιολόγηση της γενικευμένης υπερκινητικότητας είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μπορεί να αποτελεί πρώιμο δείκτη κληρονομικών διαταραχών του κολλαγόνου, αλλά και παράγοντα κινδύνου για χρόνιο πόνο, αστάθεια αρθρώσεων, επαναλαμβανόμενα διαστρέμματα, οστεοαρθρικές βλάβες και μειωμένη λειτουργικότητα.

Το Beighton Score βασίζεται στην αντικειμενική αξιολόγηση συγκεκριμένων κινήσεων που αντανακλούν την αυξημένη ελαστικότητα των αρθρώσεων και επιτρέπει την τυποποιημένη εκτίμηση της υπερκινητικότητας στην κλινική πράξη.

Δομή και χαρακτηριστικά

Το Beighton Score αποτελείται από εννέα κλινικές δοκιμασίες, οι οποίες αξιολογούν την κινητικότητα συγκεκριμένων αρθρώσεων του σώματος.

Οι δοκιμασίες περιλαμβάνουν την παθητική υπερέκταση των μικρών δακτύλων, την παθητική κάμψη των αντίχειρων προς τον πήχη, την υπερέκταση των αγκώνων, την υπερέκταση των γονάτων και την ικανότητα του εξεταζόμενου να τοποθετήσει τις παλάμες στο έδαφος με τεντωμένα γόνατα κατά την κάμψη του κορμού.

Κάθε θετική δοκιμασία βαθμολογείται με έναν βαθμό, δημιουργώντας μία συνολική βαθμολογία που αντικατοπτρίζει τον βαθμό γενικευμένης υπερκινητικότητας.

Η αξιολόγηση πραγματοποιείται αποκλειστικά από επαγγελματία υγείας μέσω φυσικής εξέτασης και δεν αποτελεί εργαλείο αυτοαναφοράς.

Ανάλυση και χρήση των δεδομένων

Η συνολική βαθμολογία χρησιμοποιείται ως δείκτης της γενικευμένης υπερκινητικότητας των αρθρώσεων και αποτελεί σημαντικό μέρος της κλινικής αξιολόγησης ασθενών με μυοσκελετικά συμπτώματα.

Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων πρέπει πάντοτε να γίνεται σε συνδυασμό με την ηλικία, το φύλο, το ιατρικό ιστορικό και την κλινική εικόνα του εξεταζόμενου, καθώς τα φυσιολογικά όρια διαφέρουν σημαντικά μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών.

Το Beighton Score χρησιμοποιείται ως εργαλείο διαλογής και όχι ως αυτόνομο διαγνωστικό μέσο. Για τη διάγνωση συνδρόμων υπερκινητικότητας απαιτείται ολοκληρωμένη κλινική αξιολόγηση σύμφωνα με τα ισχύοντα διεθνή διαγνωστικά κριτήρια.

Ψυχομετρικές ιδιότητες

Το Beighton Score παρουσιάζει υψηλή αξιοπιστία μεταξύ διαφορετικών εξεταστών (inter-rater reliability) και πολύ καλή αξιοπιστία επαναλαμβανόμενων μετρήσεων (test–retest reliability), όταν εφαρμόζεται σύμφωνα με τα τυποποιημένα πρωτόκολλα αξιολόγησης.

Η εγκυρότητα κατασκευής του έχει επιβεβαιωθεί μέσω σημαντικών συσχετίσεων με άλλες κλινικές αξιολογήσεις της υπερκινητικότητας, ενώ η κλινική του εγκυρότητα υποστηρίζεται από τη χρήση του στα διεθνή διαγνωστικά κριτήρια για το Υπερκινητικό Σύνδρομο Ehlers-Danlos (hEDS) και τις Διαταραχές του Φάσματος Υπερκινητικότητας (Hypermobility Spectrum Disorders).

Επειδή πρόκειται για εργαλείο φυσικής εξέτασης και όχι για ψυχομετρική κλίμακα αυτοαναφοράς, η αξιολόγηση της ποιότητάς του βασίζεται κυρίως στην αξιοπιστία μεταξύ εξεταστών, στη διαγνωστική ακρίβεια και στην εγκυρότητα κριτηρίου και όχι αποκλειστικά στον συντελεστή Cronbach’s α.

Βαθμολόγηση και στατιστική αξιολόγηση

Η συνολική βαθμολογία κυμαίνεται από 0 έως 9, με κάθε θετική δοκιμασία να αποδίδει έναν βαθμό. Υψηλότερες βαθμολογίες υποδηλώνουν μεγαλύτερο βαθμό γενικευμένης υπερκινητικότητας.

Παλαιότερα, βαθμολογία ≥4 χρησιμοποιούνταν ευρέως ως ένδειξη υπερκινητικότητας. Ωστόσο, οι σύγχρονες διεθνείς οδηγίες προτείνουν διαφορετικά όρια ανάλογα με την ηλικία και το φύλο του εξεταζόμενου, καθώς η φυσιολογική κινητικότητα των αρθρώσεων μεταβάλλεται σημαντικά κατά τη διάρκεια της ζωής.

Στην επιστημονική έρευνα χρησιμοποιούνται δείκτες ευαισθησίας, ειδικότητας, θετικής και αρνητικής προγνωστικής αξίας, καμπύλες ROC (Receiver Operating Characteristic), αναλύσεις λογιστικής παλινδρόμησης και πολυμεταβλητά μοντέλα για την αξιολόγηση της διαγνωστικής ικανότητας του εργαλείου.

Εφαρμογές στην κλινική πράξη και στην έρευνα

Το Beighton Score χρησιμοποιείται ευρέως στη ρευματολογία, την παιδιατρική, την ορθοπαιδική, τη φυσικοθεραπεία, την αθλητιατρική και την κλινική γενετική για την αξιολόγηση της υπερκινητικότητας των αρθρώσεων.

Αποτελεί βασικό εργαλείο στην αναγνώριση ατόμων με σύνδρομο Ehlers-Danlos, διαταραχές του φάσματος υπερκινητικότητας, χρόνιο μυοσκελετικό πόνο, επαναλαμβανόμενες κακώσεις, αστάθεια αρθρώσεων και άλλες διαταραχές του συνδετικού ιστού. Παράλληλα, χρησιμοποιείται σε επιδημιολογικές μελέτες, σε προγράμματα πρόληψης αθλητικών τραυματισμών και στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας θεραπευτικών και αποκαταστασιακών παρεμβάσεων.

Βιβλιογραφία

Beighton, P., Solomon, L., & Soskolne, C. L. (1973). Articular mobility in an African population. Annals of the Rheumatic Diseases, 32(5), 413–418.

Briggs, J., McCormack, M., Hakim, A. J., Grahame, R., & Wordsworth, P. (2009). Clinimetric properties of joint hypermobility assessment methods: A systematic review. Rheumatology, 48(3), 274–278.

Grahame, R., & Hakim, A. J. (2003). Joint hypermobility syndrome is highly prevalent in general rheumatology clinics, its occurrence and clinical presentation being gender, age and race related. Annals of the Rheumatic Diseases, 62(Suppl. 1), ii28.

Malfait, F., Castori, M., Francomano, C. A., Giunta, C., Kosho, T., & Byers, P. H. (2017). The 2017 international classification of the Ehlers–Danlos syndromes. American Journal of Medical Genetics Part C: Seminars in Medical Genetics, 175(1), 8–26.

Remvig, L., Jensen, D. V., & Ward, R. C. (2007). Epidemiology of general joint hypermobility and basis for the proposed criteria for benign joint hypermobility syndrome. Journal of Rheumatology, 34(4), 804–809.