Μελέτες Επιπολασμού (Prevalence Studies): Σχεδιασμός, Στατιστική Ανάλυση και Εφαρμογές στη Σύγχρονη Επιδημιολογία
Εισαγωγή
Οι μελέτες επιπολασμού (Prevalence Studies) αποτελούν μία από τις σημαντικότερες μορφές περιγραφικής επιδημιολογικής έρευνας και χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της συχνότητας με την οποία εμφανίζεται ένα νόσημα, μια κατάσταση υγείας, ένας παράγοντας κινδύνου ή ένα χαρακτηριστικό σε έναν συγκεκριμένο πληθυσμό και σε καθορισμένο χρονικό σημείο ή χρονική περίοδο. Ο επιπολασμός εκφράζει το συνολικό φορτίο μιας νόσου στον πληθυσμό και αποτελεί βασικό δείκτη για την αξιολόγηση της κατάστασης της δημόσιας υγείας.
Σε αντίθεση με τις αναλυτικές επιδημιολογικές μελέτες, οι μελέτες επιπολασμού δεν έχουν ως κύριο στόχο τη διερεύνηση αιτιολογικών σχέσεων. Αντίθετα, εστιάζουν στην περιγραφή της έκτασης ενός προβλήματος υγείας και στην κατανομή του σε διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες. Τα δεδομένα που παράγουν χρησιμοποιούνται για τον σχεδιασμό πολιτικών δημόσιας υγείας, την κατανομή των διαθέσιμων πόρων, την αξιολόγηση των αναγκών ενός πληθυσμού και την ανάπτυξη νέων ερευνητικών υποθέσεων.
Η σημασία των μελετών επιπολασμού έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια λόγω της ανάπτυξης εθνικών μητρώων υγείας, ηλεκτρονικών ιατρικών φακέλων, συστημάτων επιδημιολογικής επιτήρησης και μεγάλων πληθυσμιακών βάσεων δεδομένων. Σήμερα αποτελούν αναπόσπαστο εργαλείο της επιδημιολογίας, της βιοστατιστικής, της κλινικής έρευνας και της δημόσιας υγείας.
Τι είναι ο επιπολασμός;
Ο επιπολασμός (Prevalence) εκφράζει το ποσοστό των ατόμων ενός πληθυσμού που παρουσιάζουν μια συγκεκριμένη νόσο ή χαρακτηριστικό σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή κατά τη διάρκεια μιας καθορισμένης χρονικής περιόδου. Πρόκειται για δείκτη συχνότητας και όχι κινδύνου, καθώς αποτυπώνει όλα τα υπάρχοντα περιστατικά μιας νόσου, ανεξάρτητα από το πότε εμφανίστηκαν.
Ο επιπολασμός επηρεάζεται από δύο βασικούς παράγοντες: την εμφάνιση νέων περιστατικών (επίπτωση) και τη διάρκεια της νόσου. Μια πάθηση με χαμηλή επίπτωση αλλά μεγάλη διάρκεια μπορεί να παρουσιάζει υψηλό επιπολασμό, ενώ αντίθετα μια νόσος με υψηλή επίπτωση αλλά μικρή διάρκεια ενδέχεται να εμφανίζει σχετικά χαμηλό επιπολασμό.
Για τον λόγο αυτό, ο επιπολασμός αποτελεί ιδιαίτερα χρήσιμο δείκτη για χρόνια νοσήματα, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση, η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, η κατάθλιψη ή οι νευροεκφυλιστικές παθήσεις, όπου το συνολικό φορτίο της νόσου έχει μεγαλύτερη σημασία από τον αριθμό των νέων περιστατικών.
Είδη επιπολασμού
Ανάλογα με τη χρονική διάσταση της μέτρησης, ο επιπολασμός διακρίνεται σε διαφορετικές κατηγορίες.
Ο σημειακός επιπολασμός (Point Prevalence) εκφράζει το ποσοστό των ατόμων που εμφανίζουν μια νόσο σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αποτελεί τον συχνότερα χρησιμοποιούμενο δείκτη στις διατομικές (cross-sectional) μελέτες και παρέχει μια στιγμιαία εικόνα της κατάστασης υγείας του πληθυσμού.
Ο περιοδικός επιπολασμός (Period Prevalence) αφορά το ποσοστό των ατόμων που παρουσίασαν τη νόσο οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια μιας προκαθορισμένης χρονικής περιόδου, όπως ενός έτους ή μιας πενταετίας. Ο δείκτης αυτός χρησιμοποιείται όταν ενδιαφέρει η συνολική συχνότητα της νόσου μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Σε ορισμένες επιδημιολογικές εφαρμογές χρησιμοποιείται και ο διά βίου επιπολασμός (Lifetime Prevalence), ο οποίος εκφράζει το ποσοστό των ατόμων που έχουν εμφανίσει τη νόσο τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Ο συγκεκριμένος δείκτης χρησιμοποιείται κυρίως στην ψυχιατρική επιδημιολογία, στις μελέτες εξαρτήσεων και στις χρόνιες παθήσεις.
Η επιλογή του κατάλληλου δείκτη εξαρτάται από το ερευνητικό ερώτημα, τη φύση της νόσου και τους στόχους της μελέτης.
Σχεδιασμός των μελετών επιπολασμού
Οι περισσότερες μελέτες επιπολασμού έχουν διατομικό (Cross-Sectional) σχεδιασμό, καθώς τα δεδομένα συλλέγονται μία μόνο φορά από κάθε συμμετέχοντα. Κατά τη διάρκεια της έρευνας καταγράφονται ταυτόχρονα η κατάσταση υγείας, οι δημογραφικές πληροφορίες, οι παράγοντες κινδύνου και άλλες μεταβλητές ενδιαφέροντος.
Η ποιότητα μιας μελέτης επιπολασμού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διαδικασία δειγματοληψίας. Το δείγμα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο αντιπροσωπευτικό του πληθυσμού αναφοράς, ώστε τα αποτελέσματα να μπορούν να γενικευθούν με ασφάλεια. Για τον λόγο αυτό προτιμώνται μέθοδοι πιθανοθεωρητικής δειγματοληψίας, όπως η απλή τυχαία, η στρωματοποιημένη και η πολυσταδιακή δειγματοληψία.
Η χρήση μη αντιπροσωπευτικών δειγμάτων μπορεί να οδηγήσει σε σφάλμα επιλογής (Selection Bias) και να επηρεάσει σημαντικά την ακρίβεια των εκτιμήσεων του επιπολασμού. Για τον λόγο αυτό, ο σχεδιασμός της δειγματοληψίας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στάδια κάθε μελέτης επιπολασμού.
Υπολογισμός του επιπολασμού
Ο επιπολασμός αποτελεί έναν από τους βασικότερους δείκτες συχνότητας στην επιδημιολογία και εκφράζει την αναλογία των ατόμων που παρουσιάζουν μια συγκεκριμένη νόσο ή χαρακτηριστικό σε έναν πληθυσμό αναφοράς. Ο υπολογισμός του πραγματοποιείται διαιρώντας τον συνολικό αριθμό των υπαρχόντων περιστατικών με το συνολικό μέγεθος του πληθυσμού κατά τη χρονική στιγμή ή περίοδο που εξετάζεται.
Η τιμή του επιπολασμού εκφράζεται συνήθως ως ποσοστό (%), ανά 1.000 κατοίκους ή ανά 100.000 κατοίκους, ανάλογα με τη συχνότητα της νόσου και τις ανάγκες της ανάλυσης. Η επιλογή της κατάλληλης μονάδας παρουσίασης διευκολύνει τη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών και χρονικών περιόδων.
Η σωστή εκτίμηση του επιπολασμού προϋποθέτει σαφή ορισμό των διαγνωστικών κριτηρίων, ακριβή προσδιορισμό του πληθυσμού αναφοράς και αξιόπιστη καταγραφή όλων των περιστατικών. Τυχόν υποκαταγραφή ή λανθασμένη ταξινόμηση των περιστατικών μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική υποεκτίμηση ή υπερεκτίμηση του πραγματικού επιπολασμού.
Διαστήματα εμπιστοσύνης και ακρίβεια των εκτιμήσεων
Η παρουσίαση μιας εκτίμησης επιπολασμού χωρίς μέτρο αβεβαιότητας δεν θεωρείται επαρκής στη σύγχρονη επιδημιολογική έρευνα. Για τον λόγο αυτό, κάθε εκτίμηση συνοδεύεται από 95% Διάστημα Εμπιστοσύνης (95% Confidence Interval), το οποίο εκφράζει το εύρος μέσα στο οποίο αναμένεται να βρίσκεται η πραγματική τιμή του επιπολασμού στον πληθυσμό.
Το εύρος του διαστήματος εμπιστοσύνης επηρεάζεται κυρίως από το μέγεθος του δείγματος και από τη μεταβλητότητα των δεδομένων. Μεγαλύτερα δείγματα οδηγούν σε μικρότερο τυπικό σφάλμα και στενότερα διαστήματα εμπιστοσύνης, παρέχοντας περισσότερο ακριβείς εκτιμήσεις.
Η αναφορά των διαστημάτων εμπιστοσύνης επιτρέπει την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των αποτελεσμάτων και διευκολύνει τη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών επιδημιολογικών μελετών. Για τον λόγο αυτό, η παρουσίασή τους αποτελεί πλέον βασική απαίτηση των περισσότερων επιστημονικών περιοδικών και οργανισμών δημόσιας υγείας.
Σταθμισμένος και τυποποιημένος επιπολασμός
Η απλή εκτίμηση του επιπολασμού δεν είναι πάντοτε επαρκής όταν συγκρίνονται διαφορετικοί πληθυσμοί. Διαφορές στην ηλικιακή κατανομή, στο φύλο ή σε άλλα δημογραφικά χαρακτηριστικά μπορεί να δημιουργήσουν παραπλανητικές εντυπώσεις σχετικά με τη συχνότητα μιας νόσου.
Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιείται συχνά ο σταθμισμένος επιπολασμός (Weighted Prevalence), κατά τον οποίο οι εκτιμήσεις προσαρμόζονται ώστε να αντανακλούν καλύτερα τη δομή του πραγματικού πληθυσμού. Η στάθμιση εφαρμόζεται ιδιαίτερα σε εθνικές επιδημιολογικές έρευνες και σε πολύπλοκα σχέδια δειγματοληψίας.
Εξίσου σημαντική είναι η ηλικιακή τυποποίηση (Age Standardization), η οποία επιτρέπει τη σύγκριση πληθυσμών με διαφορετική ηλικιακή σύνθεση. Δεδομένου ότι πολλές ασθένειες εμφανίζονται συχνότερα σε συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες, η χρήση ηλικιακά τυποποιημένων δεικτών εξασφαλίζει δικαιότερες και επιστημονικά ορθότερες συγκρίσεις μεταξύ χωρών, περιφερειών ή διαφορετικών χρονικών περιόδων.
Η τυποποίηση αποτελεί πλέον καθιερωμένη πρακτική σε μεγάλες διεθνείς επιδημιολογικές μελέτες, καθώς και στις εκθέσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και άλλων οργανισμών δημόσιας υγείας.
Πλεονεκτήματα των μελετών επιπολασμού
Οι μελέτες επιπολασμού παρουσιάζουν σημαντικά πλεονεκτήματα που εξηγούν την εκτεταμένη χρήση τους στην επιδημιολογία και στη δημόσια υγεία.
Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματά τους είναι ότι παρέχουν άμεση εικόνα της κατανομής μιας νόσου ή ενός παράγοντα κινδύνου στον πληθυσμό. Τα αποτελέσματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αναγνώριση ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων, την παρακολούθηση της εξέλιξης των νοσημάτων και τον σχεδιασμό στοχευμένων παρεμβάσεων πρόληψης.
Επιπλέον, οι μελέτες αυτές ολοκληρώνονται σχετικά γρήγορα, έχουν μικρότερο οικονομικό κόστος σε σύγκριση με τις διαχρονικές μελέτες και επιτρέπουν τη συλλογή μεγάλου όγκου πληροφοριών σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η δυνατότητα ταυτόχρονης καταγραφής δημογραφικών χαρακτηριστικών, παραγόντων κινδύνου και καταστάσεων υγείας τις καθιστά ιδιαίτερα χρήσιμες για τη διερεύνηση πιθανών συσχετίσεων και τη διαμόρφωση νέων ερευνητικών υποθέσεων.
Παράλληλα, αποτελούν βασικό εργαλείο της επιδημιολογικής επιτήρησης, καθώς επιτρέπουν την παρακολούθηση της εξέλιξης χρόνιων νοσημάτων, την αξιολόγηση προγραμμάτων πρόληψης και τον εντοπισμό μεταβολών στην κατάσταση υγείας του πληθυσμού.
Περιορισμοί των μελετών επιπολασμού
Παρά τα σημαντικά πλεονεκτήματά τους, οι μελέτες επιπολασμού παρουσιάζουν και ορισμένους περιορισμούς που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία των αποτελεσμάτων.
Ο σημαντικότερος περιορισμός είναι ότι δεν μπορούν να τεκμηριώσουν σχέση αιτίου–αποτελέσματος. Επειδή η έκθεση και η νόσος καταγράφονται την ίδια χρονική στιγμή, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με βεβαιότητα ποιο γεγονός προηγήθηκε χρονικά.
Επιπλέον, οι εκτιμήσεις του επιπολασμού επηρεάζονται από τη διάρκεια της νόσου. Χρόνιες παθήσεις με μεγάλη επιβίωση εμφανίζουν συνήθως υψηλό επιπολασμό ακόμη και όταν η επίπτωσή τους είναι σχετικά χαμηλή. Αντίθετα, οξείες ή ταχέως θανατηφόρες ασθένειες μπορεί να εμφανίζουν χαμηλό επιπολασμό παρά την υψηλή επίπτωσή τους.
Τέλος, η ποιότητα των αποτελεσμάτων εξαρτάται άμεσα από την αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος, την ακρίβεια των διαγνωστικών κριτηρίων και την αξιοπιστία των διαδικασιών συλλογής δεδομένων. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στον σχεδιασμό της δειγματοληψίας και στην εφαρμογή διαδικασιών ποιοτικού ελέγχου καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας.
Εφαρμογές των μελετών επιπολασμού στη Δημόσια Υγεία
Οι μελέτες επιπολασμού αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία της σύγχρονης δημόσιας υγείας, καθώς παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με τη συχνότητα των νοσημάτων, την κατανομή των παραγόντων κινδύνου και τις ανάγκες ενός πληθυσμού. Τα αποτελέσματά τους χρησιμοποιούνται τόσο για τον σχεδιασμό όσο και για την αξιολόγηση πολιτικών υγείας, συμβάλλοντας στη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων από τους αρμόδιους φορείς.
Οι πληροφορίες που προκύπτουν από τις μελέτες επιπολασμού επιτρέπουν την αναγνώριση πληθυσμιακών ομάδων υψηλού κινδύνου, την εκτίμηση του συνολικού φορτίου μιας νόσου και την πρόβλεψη των αναγκών σε ανθρώπινο δυναμικό, υποδομές και οικονομικούς πόρους. Επιπλέον, διευκολύνουν την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας προγραμμάτων πρόληψης και προαγωγής της υγείας, καθώς και την παρακολούθηση των μεταβολών που παρατηρούνται στον πληθυσμό με την πάροδο του χρόνου.
Οι μελέτες αυτές χρησιμοποιούνται ευρέως για την παρακολούθηση χρόνιων νοσημάτων, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η αρτηριακή υπέρταση, η παχυσαρκία, οι καρδιαγγειακές παθήσεις, τα ψυχικά νοσήματα και οι νεοπλασίες. Παράλληλα, εφαρμόζονται για την καταγραφή συμπεριφορών υγείας, όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η σωματική δραστηριότητα, οι διατροφικές συνήθειες και η εμβολιαστική κάλυψη.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, οι μελέτες επιπολασμού χρησιμοποιήθηκαν εκτεταμένα για την εκτίμηση της διασποράς της λοίμωξης, της οροθετικότητας του πληθυσμού και της αποτελεσματικότητας των μέτρων δημόσιας υγείας, αναδεικνύοντας τον καθοριστικό τους ρόλο στη διαχείριση σύγχρονων υγειονομικών κρίσεων.
Επιπολασμός και επίπτωση: δύο διαφορετικοί επιδημιολογικοί δείκτες
Οι έννοιες του επιπολασμού (Prevalence) και της επίπτωσης (Incidence) χρησιμοποιούνται συχνά μαζί, ωστόσο περιγράφουν διαφορετικές πτυχές της εμφάνισης μιας νόσου.
Ο επιπολασμός αναφέρεται στον συνολικό αριθμό των ατόμων που πάσχουν από μια νόσο σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή περίοδο, ανεξάρτητα από το πότε εμφανίστηκε η νόσος. Αντίθετα, η επίπτωση εκφράζει αποκλειστικά τον αριθμό των νέων περιστατικών που εμφανίζονται μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική στην επιδημιολογία. Ο επιπολασμός αποτυπώνει το συνολικό φορτίο της νόσου στον πληθυσμό και χρησιμοποιείται κυρίως για τον προγραμματισμό υπηρεσιών υγείας. Η επίπτωση, αντίθετα, χρησιμοποιείται για τη μελέτη της αιτιολογίας των νοσημάτων και για την αξιολόγηση του κινδύνου εμφάνισης νέων περιστατικών.
Για παράδειγμα, μια χρόνια νόσος με χαμηλή θνησιμότητα μπορεί να εμφανίζει υψηλό επιπολασμό λόγω της μεγάλης διάρκειάς της, ακόμη και όταν η επίπτωσή της είναι σχετικά χαμηλή. Αντίθετα, μια οξεία λοιμώδης νόσος μπορεί να παρουσιάζει υψηλή επίπτωση αλλά χαμηλό επιπολασμό, επειδή η διάρκειά της είναι μικρή.
Η σωστή επιλογή του κατάλληλου δείκτη εξαρτάται από το ερευνητικό ερώτημα και τους στόχους της επιδημιολογικής μελέτης.
Κατευθυντήριες οδηγίες STROBE για διατομικές μελέτες
Η ποιότητα των μελετών επιπολασμού δεν εξαρτάται μόνο από τον ερευνητικό σχεδιασμό αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα αποτελέσματα. Για τον λόγο αυτό, οι περισσότερες επιστημονικές δημοσιεύσεις ακολουθούν τις STROBE (Strengthening the Reporting of Observational Studies in Epidemiology) Guidelines, οι οποίες αποτελούν το διεθνές πρότυπο αναφοράς για τις μελέτες παρατήρησης.
Οι οδηγίες STROBE περιλαμβάνουν συγκεκριμένες συστάσεις σχετικά με την περιγραφή του σχεδιασμού της μελέτης, της διαδικασίας δειγματοληψίας, των κριτηρίων ένταξης και αποκλεισμού, των χρησιμοποιούμενων εργαλείων μέτρησης, των στατιστικών μεθόδων και της παρουσίασης των αποτελεσμάτων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αναφορά της συμμετοχής των ατόμων σε κάθε στάδιο της μελέτης, στην τεκμηρίωση πιθανών πηγών μεροληψίας, στη διαχείριση των ελλειπουσών τιμών (missing data) και στην παρουσίαση των διαστημάτων εμπιστοσύνης μαζί με τις εκτιμήσεις του επιπολασμού.
Η εφαρμογή των οδηγιών STROBE ενισχύει τη διαφάνεια, τη συγκρισιμότητα και την επιστημονική αξιοπιστία των μελετών επιπολασμού, ενώ αποτελεί πλέον απαίτηση της πλειονότητας των διεθνών επιστημονικών περιοδικών.
Παράδειγμα εφαρμογής
Ας θεωρήσουμε ότι μια ερευνητική ομάδα επιθυμεί να εκτιμήσει τον επιπολασμό της αρτηριακής υπέρτασης σε ενήλικο πληθυσμό μιας περιφέρειας της Ελλάδας.
Σχεδιάζεται διατομική μελέτη με στρωματοποιημένη τυχαία δειγματοληψία και συμμετέχουν 2.500 ενήλικες ηλικίας άνω των 18 ετών. Για κάθε συμμετέχοντα πραγματοποιούνται μετρήσεις αρτηριακής πίεσης, συλλέγονται δημογραφικά στοιχεία, πληροφορίες για τον τρόπο ζωής, το ιστορικό καπνίσματος, τον δείκτη μάζας σώματος και την παρουσία συνοδών νοσημάτων.
Μετά τη συλλογή των δεδομένων υπολογίζεται ο συνολικός επιπολασμός της υπέρτασης, καθώς και ηλικιακά και φυλετικά προσαρμοσμένοι δείκτες. Παράλληλα, υπολογίζονται τα αντίστοιχα 95% διαστήματα εμπιστοσύνης και εφαρμόζεται πολυπαραγοντική λογιστική παλινδρόμηση για τη διερεύνηση των παραγόντων που σχετίζονται ανεξάρτητα με την παρουσία υπέρτασης.
Τα αποτελέσματα της μελέτης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον σχεδιασμό προγραμμάτων πρόληψης, την κατανομή των διαθέσιμων πόρων και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων δημόσιας υγείας στην περιοχή.
Συμπέρασμα
Οι μελέτες επιπολασμού αποτελούν βασικό πυλώνα της περιγραφικής επιδημιολογίας και προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τη συχνότητα και την κατανομή των νοσημάτων στον πληθυσμό. Η σημασία τους εκτείνεται από την παρακολούθηση της υγείας του πληθυσμού μέχρι τον σχεδιασμό πολιτικών δημόσιας υγείας, την αξιολόγηση προγραμμάτων πρόληψης και τη διαμόρφωση νέων ερευνητικών υποθέσεων.
Η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων εξαρτάται από τον ορθό σχεδιασμό της μελέτης, την αντιπροσωπευτική δειγματοληψία, τη χρήση έγκυρων εργαλείων μέτρησης και την εφαρμογή κατάλληλων στατιστικών τεχνικών, όπως ο υπολογισμός διαστημάτων εμπιστοσύνης, η στάθμιση και η τυποποίηση των εκτιμήσεων. Παράλληλα, η τήρηση διεθνών οδηγιών, όπως οι STROBE Guidelines, διασφαλίζει υψηλό επίπεδο επιστημονικής τεκμηρίωσης και διαφάνειας.
Στη σύγχρονη εποχή των μεγάλων πληθυσμιακών βάσεων δεδομένων, της ψηφιακής υγείας και της επιδημιολογικής επιτήρησης σε πραγματικό χρόνο, οι μελέτες επιπολασμού παραμένουν αναντικατάστατο εργαλείο για την κατανόηση των αναγκών του πληθυσμού, την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των συστημάτων υγείας και τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων που συμβάλλουν στη βελτίωση της δημόσιας υγείας.